Το δικό σας αυτοκίνητο

Νοεμβρίου 27, 2007

 

 

έχει περάσει δοκιμασία αποφυγής ταράνδου;

 


screenhunter_154.jpg

mix-final.jpg

…οι καλοί; Τις παρασκευές πάντα έτσι ξεκινούσε το κήρυγμα του ο πάτερ-Ιερόδουλος. Έπειτα συνέχιζε απαντώντας τα βασικότερα ερωτήματα των πιστών του με υπαρξιστικές προσεγγίσεις, γιατί είχε διαβάσει και πολλά βιβλία και ήξερε από ψυχολογία των μαζών. Οι άνθρωποι σ’ όλη τους τη ζωή πασχίζουν, συσσωρεύουν αγαθά, ψάχνουν την ηδονή, προσπαθούν να βιώσουν την ακρότητα μέσα από εμπειρίες ξένες προς το Θεό, τρώνε πολύ, πίνουν πολύ και τελικά δεν ξέρουν πως αυτό που τους λείπει είναι αυτό που το έχουν απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή. Δεν τους λείπει τίποτα, γιατί έχουν τη ζωή. Τέτοιες αηδίες έλεγε στο πόπολο ο πάτερ-Ιερόδουλος για να βγάζει τα προς το ζην, χώρια οι κηδείες, τα μνημόσυνα και οι γάμοι.

Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα των τύψεων. Ένα μεταφυσικό άγχος τον κατέτρωγε από μικρό, τότε που δώδεκα χρονώ παιδί είχε κλέψει το παγκάρι της εκκλησίας για να αγοράσει Vicodin της μητέρας του. Της είχανε κόψει το πόδι οι κομμουνιστές με κονσερβοκούτι από σούπα Cambells που τις έριχναν οι Αμερικανοί από τα αεροπλάνα για βοήθεια στον πένητα λαό. Πώς να αναλύσει κανείς την ψυχοσύνθεση αυτού του παιδιού που ζούσε με τρόμο και κρύους ιδρώτες για το πιθανό πλήγμα της ρομφαίας του αρχαγγέλου στο χέρι του που είχε αμαρτήσει; Ποιο νήμα ενώνει τις επιλογές του από εκείνη τη μοιραία στιγμή μέχρι την ώρα που διάλεξε να απεκδυθεί το λαϊκό βίο και να φορέσει τα ράσα; Και τι σχέση έχει αυτή του η απόφαση με τη στάση που ακόμα κρατάει απέναντι στους κομμουνιστάς;

Το κομμουνιστικό καθεστώς στην Κίνα έχει φορέσει το μανδύα του καπιταλισμού. Οίκοι μόδας, και πολυκαταστήματα στο Πεκίνο απομυζούν τους εργάτες που είναι πράγματι κομμουνιστές κάτω από το μανδύα. Φωτεινό πρίσμα. Το σπίτι βάζει τα καλά του και επενδύεται με φωτεινή διάθεση. Η δραματικότητα που αποπνέουν τα μαύρα έπιπλα δεν μπορεί να αποδοθεί από κανένα άλλο χρώμα. Οδηγώντας στο ερώτημα πόσοι πολιτισμοί χωρούν κάτω απ’ την ίδια στέγη. I hate yοu, ποια είσαι εσύ; Τσούλα. Isabell και Ruben Toledo. Φλερτάροντας με το στυλ. Σιχτήρ. Η φύση δίνει το έναυσμα για τη δημιουργία ανεπανάληπτων εικόνων και κοσμημάτων.

Τις νύχτες έβλεπε εφιάλτες με ακατάληπτα νοήματα. Στους ψυχαναλυτές αρνιόταν πεισματικά να πάει, αφού πίστευε πως ο Θεός θα του έδινε την όποια βοήθεια, καθώς «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απωλέσαι». Ωστόσο η κατάσταση δεν ήταν και στα τελικά στάδια, δεν είχε φτάσει ούτε στην κτηνοβασία, ούτε στην κτηνοφιλία. Έτσι του έλεγαν οι φίλοι του ιερείς. Κι όμως δεν ήταν έτσι. Ένα κυριακάτικο απόγευμα, γύρισε από τη λειτουργία εξαντλημένος, πήρε το λεωφορείο και ξεκίνησε για το βουστάσιο ενός ξαδέρφού του ο οποίος έλειπε για διακοπές. Ήταν εξοπλισμένος με μια μυγοπαγίδα, και κυνηγούσε μύγες δώδεκα μέρες συναπτές. Τις έπιασε και τις έβαλε μέσα σ’ ένα μπαλόνι από νάυλον. Ο βόμβος ήταν τρομερός. Έδεσε δυο σχοινιά στους ώμους του και ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι για την ένωση με το θεό. Κάπου στα όρια γεώσφαιρας και στρατόσφαιρας τρόμαξε. Δεν ήταν έτοιμος. Έλυσε τα σχοινιά και αφέθηκε, να γίνει μια κόκκινη κηλίδα στην επιφάνεια της αγαπημένης μας γης.

[αρσένιος κουρελαρίας, σουλτάνα μπουρλουμπούβασδογλου, δημοσθένης άτιμος]

οπλαπολκο #3: άτιτλο

Νοεμβρίου 25, 2007

Πίσω ακριβώς απ, τη σκιά αυτού που φάνηκε στον Ρο σαν το Ντεμπώρ με καμπαρτίνα, μπήκε τρέχοντας ο Σεμπαστιάν.

-Την κάνουμε, σηκωθείτε, πιάσανε τη Λουίζ και με πήραν κι εμένα από πίσω «κοτόπουλα», είπε με κομμένη την αναπνοή ενώ μια σταγόνα ιδρώτα έσταξε στο ποτήρι του Ρο, καθώς στηρίχτηκε στην άκρη του τραπεζιού για να πάρει μια ανάσα. Μια σταγόνα που έκανε το ποτό του Ρο ανεπαίσθητα πιο αλμυρό για κάποιον που θα είχε υπερφυσικά ακριβή αίσθηση της γεύσης για να το καταλάβει.

-Νομίζω πως τους έχασα αλλά δεν ξέρω τι έγινε, μαζεύτε τα, φεύγουμε.

Η γυναίκα της παρέας και ο Σεμπαστιάν είχαν σε δυο λεπτά βγει απ’ το μαγαζί, περιμένοντας τους άλλους δύο που η βραδύτητά τους ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την ηλικία τους.

-Πάμε δε θα τους περιμένουμε, έχουν κατεβάσει και κάτι παραπάνω θα κάνουν εκατό ώρες, θα μας βρουν μετά, είπε η Μισέλ τραβώντας το Σεμπαστιάν απ το χέρι.

-Γαμώτο, δεν ξέρω τι σκατά έγινε. Κάποιος μας έδωσε δε γίνεται αλλιώς, επαναλάμβανε ο Σ. καθώς προχωρούσαν με γρήγορο βήμα στα στενά

-Ηρέμησε, θα τα δούμε όλα, μη βιάζεσαι. Μη φωνάζεις, θα δούμε, του έλεγε η Μισέλ με χαμηλή φωνή.

Κι ενώ οι δυο τους είχαν κιόλας διανύσει κάμποσα τετράγωνα, πίσω στο μαγαζί ο Ρο και ο Τζί μόλις που έβγαιναν φτιάχνοντας τα κασκόλ τους.

-Μα που εξαφανίστηκαν; έκανε απορημένος ο Ρο προσπαθώντας ταυτόχρονα να ισορροπήσει το κεφάλι του που είχε αρχίσει να στριφογυρίζει.

-Μάλλον την έκαναν, έχεις μαζί σου τη διεύθυνση;

-Όχι, αφού ξέρεις πως δυσκολεύομαι στο διάβασμα, αλλά ζωγράφισα τη διαδρομή, θα τους βρούμε, είπε ο Ρο και έβγαλε από την τσέπη της καπαρντίνας του ένα χάρτη του Παρισιού και τον έδωσε στο Τζι

-Μα αυτός είναι ψυχογεωγραφικός! Είπε ο Τζι μόλις τον είδε. Πως σκατά θα το βρούμε μ’ αυτό το πράγμα γαμώτο; Δε μπορείς μια δουλειά να την κάνεις σωστά;

-Μην εκνευρίζεσαι, είπε ο Ρο ενοχλημένος, είπα να το κάνω λίγο πιο ενδιαφέρον όλο αυτό, άλλωστε εγώ ξέρω να τον διαβάσω πως κάνεις έτσι;

-Είσαι απίστευτος! Κράτησες τουλάχιστον το χαρτί που είχαμε σημειώσει τη διεύθυνση;

-Ναι, σπίτι το χω. Άντε πάμε τώρα.

Δώδεκα τετράγωνα πιο μακριά, μια κλούβα κατέφθανε γεμάτη μπάτσους που βγαίνοντας με τις στρόγγυλες ασπίδες τους και τα κράνη μέσα από την κοιλιά του σιδερένιου θηρίου, έμοιαζαν με αρχαίους Έλληνες επιδρομείς. Σπάσανε την πόρτα του κτιρίου -διαλύοντας τα μισο σαπισμένα της μαδέρια που πάνω έγραφαν με κόκκινη μπογιά «όπου υπάρχει φωτιά, θα βάζουμε τη βενζίνη»- με έναν κριό, από αυτούς χωρίς κέρατα και μπουκάρανε μέσα αφού προηγουμένως ο διοικητής φώναξε τις γνωστές αηδίες απ’ τον τηλεβόα.Δυο δρόμους μακρύτερα μερικές βόμβες μολότωφ φώτιζαν τη νύχτα ενώ οι σκιές που τις έριξαν χάνονταν στα στενά φωνάζοντας μέσα απ’ τα μαντίλια που κάλυπταν τα πρόσωπά τους “terminer la societe du travail”, με σπαστή γαλλική προφορά…

 

οπλαπολκο #2: άτιτλο

Νοεμβρίου 22, 2007

-Πέθανε, είπε η Μισέλ, και τα μάτια της, βουρκώσαν. Ίσως όμως να ήταν μόνο η υγράσια με την οποία η βροχή είχε φροντίσει να την ντύσει.
-Ναι, σε αυτό το σημείο είχα νιώσει και εγώ αυτή τη σκοτεινή ατμόσφαιρα. Το 29ο κεφάλαιο, αυτό δεν είναι? έκανε ο G.
H Mισέλ κούνησε καταφατικά το κεφάλι της.
-Είναι μάστορας, συνέχισε ο G., αλήθεια με ποιον τρόπο το διαβάζεις? Το ξέρεις ότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι ανάγνωσης του?
Ο Τζι όταν άρχιζε να μιλάει,ξεχνούσε να σταματήσει.Παρότι απεύθυνε ερωτήσεις στους γύρω του, συνέχιζε πααντώντας ο ίδιος. Καιμιλούσε μετέτοιαταχύτηταπουοιάλλοιγιαναπουνκάτι αναγκαζόταννατονσκουντήξουνώστενασταματήσει.
Τώρα πάλι μιλούσε:
-Ναι τρεις τουλάχιστον τρόποι.Είτε το διαβάζει συμβατικά όπως όλα τα βιβλία, από την αρχή μέχρι το τέλος, είτε διαβάζεις μόνο τα δυο πρώτα μέρη, παραλείποντας τον τρίτο, είτε διαβάζεις κάθε κεφάλαιο που στο τέλος του σε παραπέμπει σε ένα άλλο κεφάλαιο και έτσι καλύπτεις όλο το βιβλίο σα να παίζεις κουτσό, μέχρι που στο τέλος δυο κεφάλαια αλληλοπαραπέμπονται, είναι σα να κολάει η βελόνα. Είναι καταπληκτικό βιβλίο, ότι καλύτερο έγραψε ο Κορτάσαρ…
-Τι έννοεις? πετάχτηκε ο Ρο, που τόση ώρα τους κοιτούσε.
Δεν είχε διαβάσει το βιβλίο. Στην πραγματικότητα δεν διάβαζε ποτέ. Είχε μια μυστήρια εγκεφαλική πάθηση η οποία ονομαζόταν κίνηση Brown και όταν άνοιγε ένα βιβλίο τα γράμματα άρχιζαν να μετακινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις με τυχαίο τρόπο, παραμένοντας όμως εντός της σελίδας. Άντε να διαβάσεις με τέτοια κατάσταση. Έτσι ο Ρο ακούγωντας συζητήσεις των φίλων του ή ραδιοφωνικες εκπομπές, δημιουργούσε μια εικόνα για το περιεχόμενο των βιβλίων και ύστερα έκανε πως τα έχει διαβάσει. Αυτό το είχε καταλάβει μόνο ο Τζι και μαλιστα διασκεδαζε με το φιλο του. Μια φορα μάλιστα του έδωσε λάθος πληροφορίες και ο Ρο βρέθηκε σε μια συζήτηση, να λέει πως ο Φρόυντ ήταν ο συγγραφέας του περίφημου “ιστορία και ταξική συνείδηση”. Οι άλλοι τον κοιτούσαν επιφυλακτικά.
- Ενοοώ, συνέχισε ο Τζι, ότι δεν υπάρχει ένα τελικό κεφάλαιο, αλλά μια αέναη ταλάντωση.
-Σταματα επιτέλους, έκανε η Μισέλ και τον σκούντηξε, μου τη σπάει όταν το κάνεις αυτό, ακόμα δεν έχω προχωρήσει τόσο,σκάσε λοιπόν!
Ο Τζι, λούφαξε, έσκυψε το κεφάλι κοιτώντας το ποτήρι και ήπιε μια γουλιά περισσότερο από αμηχανία παρά από επιθυμία. Ο Ρο, παρότι ήθελε να συνεχίσει ο Τζι, ώστε να προσθέσει ένα ακόμα βιβλίο στη λίστα του, δεν είπε τίποτα. Έστρεψε το κεφάλι και κοίταξε προς τα έξω. Στο παράθυρο στεκόταν ένας άντρας που κοιτούσε επίμονα προς το μέρος τους, μόλις ο Ρο συγκέντρωσε την προσοχή του για να διακρίνει αυτόν τον άντρα, εκείνος αποτραβήχτηκε από το παράθυρο και χάθηκε στη θολούρα της βροχής.
-Μου φάνηκε σαν τον…
μαλακίες αποκλείεται…μονολόγησε ο Ρο και ήπιε μια ακόμη γουλιά…

[από Βιλαρδουίνο]

Υπότιτλος. Δε γαμάτε που δε γαμάτε, αντιγράψτε τουλάχιστον γιατί… χανόμαστε.

Παρίσι, φθινόπωρο 1967. Δυο άντρες που κάποιος δεν θα τους έλεγε καν μεσήλικες συζητάνε, καθισμένοι δίπλα στο παράθυρο ενός σκυθρωπού και παραμελημένου καφενείου. Στενό, βρώμικο πλακόστρωτο σοκάκι, κάθετο στη λεωφόρο St Germain de pres. Ψιλή βροχή αναμοχλεύει τη δυσωδία της παρακμάζουσας μητρόπολης. Πάνω στο σκονισμένο τραπέζι δύο ποτήρια κονιάκ (πραγματικό και όχι Μεταξά), το ένα μισοάδειο, το άλλο μισογεμάτο. Το πικαπ παίζει παλιά, ψιλοξεχασμένη jazz της δεκαετίας του ‘30, μπερδεμένη με έναν συνεχή ανεπαίσθητο θόρυβο. Λίγη ώρα πριν περπατούσαν πλάι στο κανάλι St Martin όταν άκουσαν τον κρότο μιας βιτρίνας που κατέρρεε. Αυτή ήταν και η αφορμή της συζήτησης που συνεχιζόταν μέχρι τώρα και όπως όλα έδειχναν μέχρι τότε θα βαστούσε αρκετά ακόμα. Παρόμοια γεγονότα ήταν πια συνηθισμένα στην καρδιά αυτής της κουρασμένης πόλης, κυρίως γύρω από το πανεπιστήμιο. Ο τύπος όλο και πιο συχνά έκανε αναφορές σε περιθωριακά στοιχεία, που ανάλογα με την περίσταση ονοματίζονταν λυσσασμένοι, αναρχικοί ή σιτουασιονιστές. Ο άντρας που καθόταν πιο κοντά στην πόρτα, αφού ήπιε άλλη μια γουλιά και γέμισε τα πνευμόνια του με ταμπάκο, έσβησε το τσιγάρο του, έφτιαξε τα αστεία, στρογγυλά γυαλιά του και συνέχισε την κουβέντα του που είχε διακόψει πριν από μερικά δευτερόλεπτα
- Άκου R., νομίζω ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει τους τελευταίους μήνες. Αυτά τα παιδιά παράτησαν το διάβασμα και τις διαλέξεις. Έχουνε βγει στους δρόμους και αλητεύουν. Είναι η ποίηση που συναντάει την πραγματική ζωή.
Ο δεύτερος άντρας άκουγε τον G. φανερά εξαντλημένος από την περιπέτεια της περασμένης νύχτας, όπως πρόδιδαν τα βαριά βλέφαρά του και οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια του, παίζωντας ασυναίσθητα με το ποτήρι του και προετοιμάζοντας με δυσκολία την απάντησή του, όταν το βλέμμα του έπεσε σε μια λεπτοκαμωμένη φιγούρα που περπατούσε βιαστικά στο σοκάκι. Παρατήρησε ότι μάλλον ήταν γυναικεία και μάλιστα του φάνηκε γνωστή. Φορούσε αδιάβροχο και κουκούλα η οποία άφηνε να διαφαίνονται μόνο οι έντονες γωνίες του κάτω μέρους του προσώπου της. Ή γυναίκα δεν άργησε να ανοίξει την πόρτα. Έβγαλε την κουκούλα και τίναξε τις σταγόνες της βροχής από πάνω της. Τους πλησίασε, πήρε μια καρέκλα από το άδειο διπλανό τραπέζι και κάθησε.
- Γεια σου Μισέλ, ψιθύρισε ο R.
- Γεια… τα μάθατε για το μωρό της Μάγια;
- Τί έγινε; ρώτησε ο G., παρατηρώντας την τραγική έπληξη που είχε χαράξει το πρόσωπό της…

[από "ένα εξαίσιο πτώμα"]

[μια ιστορία σε συνέχειες, για πολλά χέρια]

chicken-garden-rooster-rusted-iron.gif

Εισάγουμε εδώ ένα πείραμα. Μια ιστορία για πολλά χέρια σε συνέχειες. Φιλόδοξο παιχνίδι; Ίσως. Για να δούμε τι μπορεί να βγάλει…

Μερικοί απλοί κανόνες:

1.Το ύφος και το περιεχόμενο κάθε συνέχειας δεν είναι δεσμευτικό για την επόμενη, ωστόσο διατηρείται μια κάποια ενότητα των συνεχειών, με σεβασμό στον προηγούμενο γράφοντα.

2.Κάθε συνέχεια μπορεί να ανεβαίνει ως comment ή σε e-mail (rainville12_56@yahoo.gr) και θα μεταφέρεται ως κεντρικό post άμεσα φέροντας τον τίτλο και την υπογραφή του γράφοντος (εάν υπάρχει), μαζί με τα τυχόν εικαστικά που τη συνοδεύουν, και τον αύξοντα αριθμό της.

3.Σε περίπτωση που ανέβουν πάνω της μίας συνέχειας για την ίδια ιστορία λόγω κακού συγχρονισμού των γραφόντων, θα δημοσιεύονται και οι δύο ανεξαρτήτως σειράς ανάρτησης με τον ίδιο αύξοντα, και η αμέσως επόμενη συνέχεια θα καθορίζει πoια από τις προηγούμενες θα εντάσσεται στην ενότητα, για να αποφύγουμε τις διακλαδώσεις στη ροή της ιστορίας.

4.Στα comments μπορούν να συμμετέχουν άπαντες και με προτάσεις επί του ύφους, της εξέλιξης του μύθου, της δομής και ό,τι άλλο (κάτι σαν το παλιό Εσύ Αποφασίζεις, αλλά καμία σχέση) χωρίς απαραίτητα να γράψουν κάποια συνέχεια.

5.Η πρώτη συνέχεια θα είναι από ένα εξαίσιο πτώμα φέροντας τον αύξοντα #1

6.Ο γενικός τίτλος του πειράματος θα είναι προσωρινά όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι [οπλαπολκο].

7.Οι κανόνες είναι για να παραβιάζονται

 

Ας παίξουμε…

Στην αγορά του Αλ Χαλίλι

Νοεμβρίου 17, 2007

pickpoket25200.jpg

M

ια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στο μακρινό Μπρουνέι, σε ένα παλάτι από ελεφαντόδοντο και χρυσαφί, με μιναρέδες από μαύρο μαργαριτάρι και χαλιά από κασμίρ, ένας νεαρός Σουλτάνος που τον έλεγαν Μουσταφά. Στο Μουσταφά άρεσε πολύ να βλέπει ταινίες του Μουστάκα γι’ αυτό και είχε αφήσει και κάτι μουστάκια να…

Όχι, όχι. Πάμε πάλι…

M

ια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στο Κάιρο ένας νεαρός φυσιοδίφης που τον λέγανε Αχμέτ. Όταν μπήκε στα δεκαοχτώ του ο Αχμέτ, ακολουθώντας το όνειρο του πατέρα του μπήκε στο στρατό και προσπάθησε να ακολουθήσει καριέρα με γαλόνια και τέτοια, ικανοποιώντας έτσι τις οικογενειακές φιλοδοξίες. Όταν όμως ξέσπασε πόλεμος με μια νομαδική φυλή επιδρομέων από τη Σαχάρα έμελλε να ανακαλύψει το λάθος του. Το πόστο του -αν και είχε ανελιχθεί σε μια ενδιάμεση θέση στην ιεραρχία- περιελάμβανε αρκετές ώρες σκοπιάς στα σύνορα με την απέραντη έρημο, για να προστατευτεί η πατρίδα. Βέβαια αυτός ως επιστημονικό πνεύμα αλλά και διότι ο καυτός αραβικός ήλιος ήταν ολίγον τι εκνευριστικός, προτιμούσε να μελετάει τα είδη σαυρών και κάκτων που ευδοκιμούσαν σε εκείνη την περιοχή παρά να ασχολείται με το λόχο του και τις υποχρεώσεις του. Μια μέρα λοιπόν και ενώ είχε μόλις πιει ένα απόσταγμα από κάποιο καινούριο είδος πορτοκαλί κάκτου με το απαραίτητο συνοδευτικό έδεσμα από σαυροουρές, ένιωσε το κεφάλι του βαρύ και μια ευχάριστη αίσθηση ουράνιου τόξου να εισέρχεται από τα αυτιά του και να πλημμυρίζει τον ουρανίσκο και τα άκρα του. Μετά βέβαια από αυτήν την εμπειρία και άλλες παρόμοιες με λιλιπούτειες καμήλες να κάνουν σκι στους αμμόλοφους, τον πήρε ο ύπνος. Και εκεί ήταν λοιπόν που ανακάλυψε ποιο ήταν το πρόβλημα με το στρατιωτιλίκι.

O

πως και ένας μεγάλος επιστήμονας -μελετητής σχέσεων αιτιότητας- έχει αποδείξει ότι συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, με το που τον πήρε ο ύπνος, μπουκάρουνε οι νομάδες, τους πιάνουνε στον ύπνο κρεμάνε το στρατηγό από μια χουρμαδιά, καταλαμβάνουν το οχυρό, σφάζουν μερικούς βάφοντας κόκκινη την καυτή άμμο, πιάνουν αιχμάλωτους καμιά πεντακοσάρα και οι υπόλοιποι όπου φύγει φύγει με τον Αχμέτ να τον κουβαλάνε κοιμισμένο μέσα σε ένα κάρο με μπανάνες που είχαν προμήθειες για την υπόλοιπη βδομάδα ώσπου να τους αλλάξουνε βάρδια. Τραγικά γεγονότα για την πολύχρονη και πλούσια αιγυπτιακή ιστορία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ω της γκαντεμιάς συμπλήρωμα, ξύπνησε ακριβώς την ώρα που ο αρχιστράτηγος ήταν από πάνω του αναψοκοκκινισμένος απ’ τα νεύρα του, ρωτώντας μέσα στη νύστα του: «Επ, τι έγινε ρε παιδιά, γιατί βάλατε την καμήλα από πάνω μου;».

D

ιεξήχθησαν οι προανακρίσεις, οι πανταχού παρόντες ρουφιάνοι τον έδωσαν με συνείδηση καθαρή και φρόνημα ακμαίο, και το δικαστήριο του όρισε για συνήγορο υπεράσπισης έναν εξαίρετο ποινικολόγο που το βασικό του επιχείρημα ήταν «είναι καλό παιδί, αλλά όταν ήταν μικρός είχε δει γυμνό τον ιμάμη και του έμεινε τραύμα». Η γραμμή υπεράσπισης είχε ως αποτέλεσμα να μεταφερθεί η εκδίκαση της υπόθεσής του σε θρησκευτικό δικαστήριο και εκεί με μεγάλη ευλάβεια και φόβο θεού οι δικαστές τον απάλλαξαν από την εις θάνατον ποινή, επιβάλλοντας του απλά το κόψιμο των βλεφάρων για να μην τον ξαναπάρει ο ύπνος εν ώρα καθήκοντος και απόταξη από το στρατό.

K

αταδικασμένος λοιπόν να βιώνει αυτήν την επιβεβλημένη αϋπνία και δεδομένου του ότι δεν μπορούσε λόγω της ευαισθησίας που είχε πλέον στον ήλιο να ασχοληθεί με τη μελέτη της φύσης, έστρεψε το ενδιαφέρον του στην αναζήτηση της γραπτής γνώσης. Ως άλλος τυφλοπόντικας περνούσε τις μέρες του στις σκοτεινές βιβλιοθήκες του Καΐρου διαβάζοντας και μελετώντας. Ξεκίνησε με κοινωνιολογικά αναγνώσματα για να ανακαλύψει τι ήταν αυτό που γέννησε αυτόν τον παραλογισμό ονόματι θρησκεία, μελέτησε λαούς, φυλές και βιβλίο το βιβλίο ξεπέρασε τη θρησκεία φτάνοντας σε διάφορα παράδοξα που του κέντρισαν το ενδιαφέρον όπως οι ινδιάνοι Ζούνι που για να κάνουν κάποιον αρχηγό της φυλής έπρεπε να τον δέρνουν μέχρι να δεχτεί. Κάτι τέτοια λήμματα άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου. Ακολούθησαν Μπακούνιν, Ντοστογιέφσκι, Λούξεμπουργκ και ούτω καθεξής.

T

α βράδια όμως έπρεπε να λύνει και το βιοποριστικό του. Έτσι μπήκε για τα καλά στον υπόκοσμο του Καΐρου, δουλεύοντας τις νύχτες ως πορτοφολάς στα σοκάκια των λουξ πορνείων όπου μαζεύονταν ιερείς και έμποροι για να αφήσουν το κομπόδεμά τους στις εταίρες, ξαλαφρώνοντας τους τις τσέπες κι αφήνοντας τους άφραγκους και χαρμάνηδες. Εκεί γνώρισε τα καλύτερα παιδιά, μαζί μπήκαν σε δράσεις, τύπωσαν προκηρύξεις, έφτιαξαν οργανώσεις, έκαναν σαμποτάζ και γενικά… ξέρετε τώρα. Το συνωμοτικό του όνομα ήταν Κεμάλ και φορούσε πάντα μαύρα γυαλιά. Μέσα σ’ αυτόν τον νέο κόσμο έμαθε τους οικολόγους που διαμαρτύρονταν όποτε σκοτώνανε καμήλες του στρατού σε κάποια ντεφετιστική επιχείρηση δολιοφθοράς, γνώρισε την κοινοβιακή ζωή, τις φλογερές γυναίκες που έχουν χεσμένο το Κοράνι και τις προσταγές του και φτιάχνουν μόνες τους το Κισμέτ, γνώρισε το διαλεκτικό υλισμό αλλά και τον επαναστατικοφανή κρετινισμό. Γνώρισε και το ρεφορμισμό. Ένα βράδυ που κοιμόταν στο κοινόβιο ένας σύντροφος φραξιονιστής σοσιαλδημοκράτης τον καληνύχτισε όλο νόημα, με την μετέπειτα πασίγνωστη φράση «Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ». Όμως ο Κεμάλ κάτω από τα μαύρα του γυαλιά δεν κοιμόταν ποτέ…

K

ι έτσι πέρασαν τα χρόνια της ζωής του κι έζησε αυτός καλά, αλλά θα μπορούσε και καλύτερα…

Υ.Γ. Ο Μουσταφά είχε και μια μουστόγρια υπηρέτρια που του έφτιαχνε κάθε πρωί για να τρώει μουστοκούλουρα με επικάλυψη από μουστάρδα και επίσης για κατοικίδιο του είχαν φέρει απ’ την Καμτσάτκα μια mustela sibirica.

Αναφορά στον Ιονέσκο ή…

Νοεμβρίου 15, 2007

«Γούστα» είπε η μαϊμού κι έφαγε το σαπούνι
[κλεμμένο]

7250.jpg

“να κάνω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες, να κάνω και μωρά παιδιά να κλαίν δίχως μανάδες” [επίκαιρο άσμα]

“να απομονώσουμε τα στοιχεία εκείνα που προχωρούν σε ακραίες πράξεις, και βιαιότητες” [επίσης επίκαιρο]


iht1320636-8.jpg

Ο Bill δούλευε σε σφαγείο. Είχε το ηλεκτρικό μαχαίρι και έκοβε σε κομμάτια τα κρεμασμένα από τεράστιους γάντζους σώματα των αγελάδων. Η δουλειά σκληρή. Έπρεπε να βρει κάποια διέξοδο και είχε δοκιμάσει τα πάντα. Κυριακές με baseball και hot dog, μπύρες και Oprah στην τηλεόραση, συνδρομές στα τοπικά μπουρδέλα, αμφεταμίνες. Τίποτα δεν τον βοηθούσε. Ύστερα, ένα Σάββατο, είδε στο drive in το «Σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι» κι αμέσως μετά στη σινεφίλ προβολή το “Dancer in the dark”. Μια περίεργη χημική αντίδραση έγινε στους νευρώνες του εγκεφάλου του. Την επόμενη μέρα αγόρασε ένα βιολί, κι έκανε πρόβες 19 ώρες συνεχόμενες. Στη δουλειά πήγε άυπνος. Δε χτύπησε την κάρτα του. Το ηλεκτρικό μαχαίρι ήταν το δοξάρι του και τα κορμιά των αγελάδων τεράστια βιολοντσέλα. Όταν χτύπησε η κόρνα για διάλειμμα δε σταμάτησε να παίζει. Έπαιζε μανιασμένα. Vivaldi, Beethoven, DiMaggio. Οι συνάδελφοι του Bill κάλεσαν τον επόπτη κι αυτός που δεν είχε συνηθίσει σε τέτοιες παρεκτροπές από τη νόρμα, τον πλησίασε εκνευρισμένος για να τον σταματήσει. Σωριάστηκε στο πάτωμα με μια αριστοτεχνική λα ύφεση -σαν από επαγγελματία βιρτουόζο- να κόβει στα δυο το κρανίο του.

Magic meat bus

Νοεμβρίου 7, 2007

early_refrigerator_car_design_circa_1870.jpg

«Κάνε πιο κει, μπουρ μπουρ μες στ’ αυτί μου. Απ’ την αρχή της διαδρομής δεν έχεις βάλει γλώσσα μέσα».

[Επιβάτης 1]

«Θα της έλεγα τίποτα αλλά σέβομαι τα χρόνια της»

[Επιβάτης 2]

«Ανοίξτε επιτέλους το παράθυρο. Θα ξεράσουμε εδώ μέσα. Βρωμάει. Ανθρωπίλα».

[Επιβάτης 3]

«Πρόσεχε το πορτοφόλι σου. Εμένα προχθές μια … προσπάθησε να μου βάλει το χέρι στην τσέπη. Την έπιασα και της είπα, εδώ μωρή βρωμιάρα, εδώ να πιάσεις.» (δείχνοντας την ηβική του χώρα)

[Επιβάτης 4]

«Τώρα που έκατσες στη θέση για τους ανάπηρους, εγώ που θα κάτσω;»

(ύφος ερειστικό)

[Επιβάτης 5]

«Δεν ντρέπεσαι λίγο. Ζητάς τώρα και τα ρέστα. Στην επόμενη στάση κατεβαίνεις, θα πάμε στο τμήμα»

[ελεγκτής σε επιβάτη χωρίς εισιτήριο]

«Δε θα ανέβει πάνω η κοπέλα με το παγωτό. Ή κατέβα κάτω ή ανέβα, αλλά μόνο εσύ»

[οδηγός σε ζευγάρι χρηστών]

 

…Καμιά φορά τα λεωφορεία μου θυμίζουν ψυγεία μεταφοράς κρεάτων.