Ο Επιβάτης
Ιουνίου 9, 2008

Άναψε το τσιγάρο του μόνο για να διαπιστώσει λίγο μετά πως το λεωφορείο είχε φτάσει και δεν προλάβαινε παρά να κάνει καναδυό τζούρες ακόμα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που του συνέβαινε αυτό και το πακέτο ήταν ακόμα στη μέση, οπότε το αντιμετώπισε αδιάφορα. Τράβηξε γρήγορα μια βαθιά και το πέταξε στη λακκούβα που είχε σχηματιστεί στη βουλωμένη από τη βροχή αποχέτευση. Παρόλα αυτά άφησε να περάσουν πρώτα δυο τρεις άλλοι που εκδήλωσαν με τις κινήσεις τους την πρόθεση να ανέβουν. Δεν του άρεσαν οι ηλίθιοι διαπληκτισμοί και τα σπρωξίματα και το να μπαίνει τελευταίος ήταν ένας καλός τρόπος να τα αποφεύγει. Καθώς το λεωφορείο πλησίασε έκανε ένα βήμα πίσω για να μη βραχεί -είχε μείνει αρκετά στεγνός, όλως παραδόξως όλη τη μέρα- και έπειτα ανέβηκε με ένα ανοιχτό βήμα. Χτύπησε το εισιτήριο που ήδη από ώρα κρατούσε στο χέρι του και πιάστηκε από τη χειρολαβή στηρίζοντας την πλάτη του στο κάγκελο, παρόλο που υπήρχαν κανα δυο άδειες θέσεις. Ο τρόπος που ακούμπησε την πλάτη του, του θύμισε ένα επεισόδιο δυο χρόνια πριν στο λεωφορείο πάλι αυτής της διαδρομής.
Κουρασμένος όπως ήταν, είχε γείρει στο κάγκελο μιας θέσης για να στηριχτεί και τότε ήταν που άκουσε ένα ανεπαίσθητο κρακ. Η σακούλα που κρατούσε είχε στριμωχτεί ανάμεσα στην καρέκλα και το πόδι του με αποτέλεσμα να σπάσει το βάζο που είχε μέσα. Έριξε από μέσα του μερικά χριστοπαναγίδια αλλά ηρέμησε αφού το βάζο αυτό ήταν ούτως ή άλλως ένα «υποχρεωτικό» δώρο για τους καινούριους γείτονες που είχαν αποδειχτεί ενοχλητικά κοινωνικοί και έπρεπε να τους ανταποδώσει με κάποιο τρόπο τα φιλικά αισθήματα που εξεδήλωσαν. Έπαιξε στη σκέψη του με το μεταφυσικό συμβολισμό που έφερε αυτό το τυχαίο συμβάν χασκογελώντας μόνος του, ενώ λίγο αργότερα διαπίστωσε πως οι συνεπιβάτες του είχαν αρχίσει να κρατάν τις αποστάσεις τους απ’ αυτόν. Αναρωτήθηκε γιατί και κατάλαβε πως ήταν το πόδι του που ήταν κόκκινο απ’ το αίμα. Λίγο τα χαχανητά του, λίγο το αίμα που κανένας δεν είχε αντιληφθεί πως προέκυψε και η εικόνα του περίεργου του λεωφορείου στα σίγουρα είχε σχηματιστεί στις φαντασίες τους.
Κοίταξε ξανά ασυναίσθητα το πόδι του, λες και εξέταζε μήπως είχε πάλι πάθει κάτι που δεν το πήρε χαμπάρι, και έπειτα άρχισε να περιεργάζεται τον κόσμο γύρω του. Τίποτα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πέρα από ένα νεαρό παιδί με σαλοπέτα μερικά καθίσματα πιο πέρα. Τα μουτζουρωμένα ρούχα του, του έφεραν στο μυαλό δυό τρεις συνειρμούς που είχε τύχει να τους ξανακάνει και σε άλλες περιστάσεις. Τον επίδοξο συγγραφέα από εκείνο το βιβλίο, που δούλευε σε βενζινάδικο και είχε ονειρευτεί τη μάνικά του να βγάζει ένα παχύρευστο υγρό, λευκό σα χύσι. Ίσως γιατί έβλεπε πολλές τσόντες. Κι ύστερα έναν πάλι μουτζουρωμένο Ρώσο επιβάτη που είχε συναντήσει στο λεωφορείο πριν κάτι χρόνια και του είχε πιάσει την κουβέντα. Στην Ρωσία μας είχαν ντουζιέρες στα εργοστάσια του είχε πει, όχι όπως εδώ που μπαίνεις στο λεωφορείο λερωμένος και ντρέπεσαι τους διπλανούς σου γιατί βρωμάς.
Το λεωφορείο συνέχιζε την ίδια μονότονη διαδρομή. Οι ίδιες στάσεις, η ίδια τετραγωνισμένη από το περίγραμμα του τζαμιού θέα, το ίδιο επαναλαμβανόμενο τοπίο με τις πολυκατοικίες και τις διαφημίσεις να υπενθυμίζουν το πολιτικο-οικονομικό σύστημα με κάθε τους εμφάνιση, όπως σ’ εκείνο το τραγούδι που ήθελε να κάνει την επανάσταση. Σα διαταγές στρατιωτικές σαν κομπρεσέρ. Και η βροχή να χτυπάει τα τζάμια του λεωφορείου όσο πήγαινε και πιο δυνατά κάνοντας κάθε νέο επιβάτη που μπαίνει να έχει την απορημένη έκπληξη για το περίεργο καιρικό φαινόμενο, ίδια με την έκπληξη μιας νυχτοπεταλούδας που μπερδεύει το φως της λάμπας με το φεγγάρι και τσουρουφλίζεται. Μα τι μαλακίες, σκέφτηκε, διακόπτοντας τη λογοτεχνική του ονειροπόληση. Αλλά έτσι γίνεσαι σπουδαίος κλέβοντας τα καλύτερα και συρράπτοντας τα με τρόπο που οι άλλοι να μην το καταλαβαίνουν.
[...]
Τι έγινε μωρέ είδες ένα σύννεφο και μελαγχόλησες…
Ωραίο κειμενο πάντως. Μου θύμισε άπειρες σκέψεις που έχω κάνει σε μεταφορικά μέσα.
Ζωή χωρίς νεκρό χρόνο το χανε πει μια φορά και έναν καιρό μου φαίνεται, έτσι δεν είναι σύντροφε;
μπα δεν έπαιξε σύννεφο. είναι μια ιδέα που την επεξεργαζόμουν εδώ και κάμποσο καιρό. έχει και συνέχεια! ζωή χωρίς νεκρό χρόνο ε? αυτός ο πούστης ο χρόνος όλοι ασχολούνται μαζί του και αυτός με κανέναν…
μα θα ρθουν κ οι καιροί που όλοι θα τον έχουνε χεσμένο. μου θύμησες τον e.p.thompson > http://www.perizitito.gr/product.php?productid=58833&page=1
Ωραίο,γκρίζο,απλό και αληθινό…Πόσες φορές περιμένω να μπω στο τέλος μες το λεωφορείο για τους ίδιους ακριβώς λόγους και πόσες φορές έχω χάσει στάσεις για τις «σπουδαίες» μου ”λογοτεχνικές ονειροπολήσεις”!..
χε χε… γέλασε χαιρέκακα ο μεγάλος λογοτέχνης
ΖΗΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΕΙΣΜΑΤΑ
Η καρέκλα σηκώθηκε βαριεστημένη. «Θα πάω έξω»,είπε. Ο καναπές πήγε στο παράθυρο, παραμέρισε την κουρτίνα και: «Βρέχει έξω»,της είπε, «πού θα πάς;» Εκείνη δεν απάντησε. Την έπιασε από το χέρι- «πες μου»,της είπε πάλι δυνατά, «πού θέλεις να πας;» Τον έσπρωξε λέγοντάς του: «με πονάς!».
Μια βαριά σιωπή έπεσε ανάμεσά τους
Εκείνος, χλωμός μετά απ’ αυτή τη σκηνή και χολωμένος που ασυγκράτητος δείχτηκε, στάθηκε όρθιος μπροστά στο παράθυρο κοιτάζοντάς την.
Αυτή, αγέρωχη στην αρχή, ήπια κατόπιν, κλεισμένη μέσα στο άψογο τετράγωνό της, έφτιαξε το φόρεμά της. «Στο είπα-αν δε σ’ αρέσω έτσι να μ’ αφήσεις ήσυχη. Στο κάτω κάτω αυτό είναι το σπίτι μου.»
Έκατσε νευριασμένη.
Την ίδια στιγμή δυο άντρες μπήκαν στο δωμάτιο. Ο ένας κάθισε στην καρέκλα βγάζοντας τα χαρτιά του. Ο άλλος βάζοντας τον καναπέ στη θέση του ρώτησε: «μα γιατί αυτός ο καναπές είναι όρθιος;»
Ύστερα όλα έγιναν με την κανονική τους σειρά.
Γιώργης Χολιαστός