Ο επιβάτης (…συνέχεια)
Ιουνίου 13, 2008

Στην επόμενη στάση όπως ήξερε θα γέμιζε το λεωφορείο και θα έπρεπε να στριμωχτεί με αρκετούς άγνωστους. Άλλωστε αυτή ήταν και η σκέψη που απέφευγε τόση ώρα παίζοντας με ιδέες που αρμόζανε στο ύφος και το στυλ του. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που δεν είχε καθίσει σε κάποια από τις μέχρι προ λίγου άδειες καρέκλες. Καθίσματα τα λένε, όχι καρέκλες σκέφτηκε, διορθώνοντας τις σκέψεις του λες και διόρθωνε τα χειρόγραφά του. Το λεωφορείο σταμάτησε. Οι ορδές των αγνώστων άρχισαν να επιβιβάζοντας καθώς αυτός περιεργαζόταν τις φάτσες και τις αντιδράσεις τους, ώσπου μπήκε εκείνη. Ξανθιά, στο ύψος του ντυμένη σαν για την παραλία με ένα λευκό σορτσάκι και ένα μπλουζάκι που άφηνε τη μέση της ακάλυπτη. Αυτός κοίταξε αυτόματα το αγόρι του βενζινάδικου του οποίου επίσης το βλέμμα είχε αιχμαλωτιστεί από τα επίμαχα σημεία της άγνωστης κι ύστερα πάλι προσαρμόστηκε στις ανακατατάξεις που απαιτούνταν για να χωρέσουν όλοι. Χτύπησε το εισιτήριο κάποιου, έκανε χώρο για να καθίσει μια γιαγιά έστριψε λίγο και το λεωφορείο τελικά ξεκίνησε.
Εκείνη βρέθηκε μπροστά του με την πλάτη της γυρισμένη σ’ αυτόν. Δεν το επεδίωξε αυτός, άλλωστε αυτός ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του και στις μηχανικές κινήσεις που έπρεπε να κάνει επειδή τον υποχρέωναν οι συνεπιβάτες του. Ήταν τυχαίο προφανώς. Μάλιστα. Τα μαλλιά της δεν είχαν βραχεί καθόλου, τέτοιες γυναίκες έχουν πάντα ομπρέλα. Ήταν τόσο κοντά του που όταν οι κινήσεις του λεωφορείου τον υποχρέωναν να γέρνει μπροστά έβλεπε το στήθος της που έστεκε αγέρωχα μέσα στο μπλουζάκι της. Όταν οι κινήσεις του λεωφορείου τον υποχρέωναν να γέρνει πίσω, έβλεπε το εσώρουχο της που διαγραφόταν μέσα από το σορτσάκι. Αυτά τα λεωφορεία δεν έχουν καθόλου καλά συντηρημένες αναρτήσεις.
Στην επόμενη στάση ανέβηκαν ακόμα περισσότεροι επιβάτες. Εκείνη κόλλησε πάνω του και σε κάθε στροφή ακουμπούσε τον κώλο της στο δικό του αντίστοιχο σε ύψος σημείο, της μπροστινής όμως πλευράς του σώματός του. Τον ήθελε, ήταν προφανές. Άλλωστε θα μπορούσε να κρατιέται πιο σταθερή αν ήθελε, δεν ήταν δα και τόσος πολύς ο κόσμος. Αλλά αυτή συνέχιζε να κολλάει πάνω του. Δεν μπορεί να ήταν τυχαίο. Θα μπορούσε με το χέρι του να αγκαλιάσει τη γυμνή της μέση ή να την κολλήσει πάνω του ώστε κι εκείνη να καταλάβει τη στύση του, ή θα μπορούσε ακόμα και να την ερεθίσει χωρίς κανένας να τους καταλάβει. Ήταν τόσο κοντά όλοι μεταξύ τους που κανένας δε θα έπαιρνε χαμπάρι τι γινόταν εκεί κάτω. Άλλωστε κι εκείνη αυτό προσπαθούσε. Αλλά αυτός δεν μπορούσε να το ρισκάρει. Τι γελοιοποίηση θα ήταν. Και εκτός των άλλων ήταν υπεράνω όλων αυτών. Αυτός ήταν διανοητής, άνθρωπος της σκέψης και όχι τόσο της σάρκας. Στροφή. Το στήθος της σε μαύρο στηθόδεσμο, πάλι στροφή, όπως μαύρο και το εσώρουχο της. Ο βενζινάς μακριά τους σίγουρα ζήλευε τη δική του τύχη. Πεζοί προλετάριοι.
Προτελευταία στάση. Η στάση στην οποία κατέβαιναν οι περισσότεροι και ξαλάφρωνε το λεωφορείο. Κατέβηκε και εκείνη αφήνοντας τον με μια ανεκπλήρωτη στύση, σα χριστιανική προφητεία για τις αλησμόνητες πατρίδες. Έμεινε μόνος με λίγους ακόμα με μια ταχυκαρδία να βαράει σαν ενοχλητική τρελή γειτόνισσα την πόρτα του στήθους του και μία θερμή ζάλη να αποσπά την προσοχή του από το περιβάλλον και να την αποθέτει στο παντελόνι του. Έφτασε. Κατέβηκε με γοργό βήμα, και προχώρησε γρήγορα στο δρόμο που οδηγούσε προς το σπίτι του. Είχε σκοτεινιάσει και η βροχή μόλις που είχε σταματήσει αδυνατώντας έτσι να δροσίσει το πρόσωπό του. Δημοτσελείου και Κοραπαπά γωνία. Μπαίνει μέσα στο στενό, ρίχνει μια ματιά τριγύρω του και ανεβαίνει στο πεζοδρόμιο. Κανένας δεν φαινόταν τριγύρω του. Στήριξε την πλάτη του σε ένα παρκαρισμένο λευκό autobianchi -μα τόσα λευκά πράγματα σήμερα- και κατέβασε το φερμουάρ του παραμερίζοντας ταυτόχρονα το πουκάμισο του που μακρύ όπως ήταν έφτανε χαμηλά. Παραμέρησε λίγο γιατί ο καθρέφτης του σούβλιζε την πλάτη κι ύστερα με γρήγορες κινήσεις ξεπρόβαλε ένας μιναρές, περήφανος και λαμπερός κι ούτε σχεδόν ένα λεπτό δεν πέρασε όταν φάνηκε στην κορυφή του και η λάμψη του μουεζίνη.
Με γρήγορες πάλι κινήσεις, ρίχνοντας ταυτόχρονα πάλι κλεφτές ματιές τριγύρω του, συμμαζεύτηκε, ανέβασε το φερμουάρ και κούμπωσε το κουμπί, ενώ η εικόνα του ρομπέρτο μπενίνι συνεχώς περνούσε ξυστά απ’ τη σκέψη του κι αυτός την έδιωχνε σαν ενοχλητική μύγα με μια κίνηση του χεριού του. Κατέβηκε ξανά στο δρόμο και με ήρεμο βήμα αυτή τη φορά, έφτασε στο σπίτι του. Έβγαλε τα κλειδιά και όπως το βλέμμα του έπεσε στα παπούτσια του, είδε πως τα είχε λερώσει. Ολόκληρη μέρα τα είχε κρατήσει στεγνά και τώρα…Μα είχε και ηθικούς προβληματισμούς ο κύριος μέρφυ. Τι να πεις. Έβγαλε το πουκάμισο, πέταξε τα παπούτσια μες στο μπάνιο και χύθηκε στον καναπέ γεμάτος κούραση. Πάνω στο τραπεζάκι το «τρένο του έρωτα». Είχε αφήσει μόνο λίγες σελίδες πριν φύγει κι έτσι το ξανάπιασε να το τελειώσει. Παγωμάρα. Ο Λόιντ Τζώρτζ έκανε μεγάλη μαλακία, δεν το περίμενε ποτέ αυτό από τον εαυτό του.
Έμεινε παγωμένος με το βιβλίο στο χέρι για αρκετά λεπτά όταν χτύπησε το τηλέφωνο και τον συνέφερε. «Παρακαλώ;» είπε, «Α, γεια σου, τι κάνεις;». «Είχα κατέβει με το λεωφορείο. Τρομερή βροχή δε νομίζεις;». «Ε, εσύ πάντα προσέχεις και έχεις ομπρέλα, εγώ έγινα μούσκεμα, πρέπει μέχρι και τα παπούτσια να βάλω για πλύσιμο. Εκεί σταμάτησε;» «Μμμμ, ας ελπίσουμε να μη βρέξει και εδώ ξανά. Αρκετά για φέτος». «Πάντως στο δελτίο είπανε ότι από Πέμπτη θα φτιάξει. Δεν ξέρω. Τι να πω…».
***
Με απογοητεύεις αγαπητέ, περίμενα λίγη περισσότερη …διαλεκτική. Εκτός και αν αυτό όλο είναι μία παραβολή σε αυτήν ακριβώς την έλλειψη διαλεκτικής στις σημερινές ιστορικές συνθήκες…
Τέλος πάντων, αυτός είναι ο ίδιος επιβάτης με τον προηγούμενο;;;
Ναι φυσικά ο ίδιος είναι. Μα τι είναι αυτό που σε απογοήτευσε φίλε βααλ; Η ιστορία μου είναι έπος και καμία σχέση δεν έχει με παραβολή!
Πες μα τώρα ότι δε σ αρεσαν ούτε τα τραγούδια, να τρελαθούμε τελείως…
αυτη η παρομοιωση με το μιναρε-μουεζινη πολυ διαστροφικη ρε φιλε. Τωρα που αρχισε να εχει και σεξ η ιστορια θα πουλησει τρελα.
ε βέβαια. διεστραμμένος θεός ο εμπειρίκος:
«Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
‘Aλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα
‘Οπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μες’ στον αφρό της θάλασσας.»
όσο για τις πωλήσεις, με έχουν τρελάνει οι εκδότες στα τηλέφωνα απ’ το πρωί