4. Τίτλος και μαλακίες…

Οκτωβρίου 31, 2008

[Αφιερωμένο στον Α. / βγαλμένο απ' τη ζωή]

Το μαύρο αυτοκίνητο διέσχισε τον εξοχικό δρόμο που καλυπτόταν εκατέρωθεν από συστοιχίες ψηλών δένδρων κάνοντας τη θέα του οδηγού όμοια με άσκηση προοπτικής κάποιου νέου φοιτητή της καλών τεχνών. Ορίζοντας, γραμμές φυγής, αναλογίες και γραμμές που διέσχιζαν βίαια το τοπίο, περίεργες παρακαταθήκες ενός πολιτισμού που εισέβαλλε βίαια ακόμα και σε στιγμές που δε θα ‘πρεπε. Αυτές ήταν βέβαια παρατηρήσεις που ο ίδιος δεν είχε κάνει ποτέ, καθώς η σκέψη του σ’ αυτή τη διαδρομή ήταν πότε θα φτάσει επιτέλους στον προορισμό του για να χαζολογήσει με μια κοπέλα από το ολιγομελές προσωπικό της εξοχικής κατοικίας του προέδρου η οποία είχε σγουρά μαλλιά και μάτια σε χρώμα διαφορετικό το ένα με το άλλο. Πολύ του έκανε γούστο η παρέα της που διαρκούσε βέβαια μέχρι να τον ξανακαλέσουν να πάρει τη θέση του πίσω απ’ το τιμόνι, κάτι που συχνά γινόταν αρκετά σύντομα μετά την έλευσή τους και τον εκνεύριζε υπερβολικά καθώς αντικαθιστούσε τους ευχάριστους διαλόγους με τη μικρή γαλλιδούλα με βρισίδια για τη μισθωτή εργασία και τους πολιτικούς της.

Η Κάρλα βγήκε από το αυτοκίνητο το οποίο είχε σταθμεύσει στην αυλή του εξοχικού όταν ο οδηγός της άνοιξε την πίσω πόρτα. Πριν από αυτή είχε βγει από την μπροστινή θέση –του συνοδηγού- ο αλγερινός σωματοφύλακας ο οποίος την περίμενε με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά. Όταν βεβαιώθηκαν πως είχε βγει για τα καλά και όδευε προς την είσοδο του σπιτιού, ο οδηγός ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο για να το οδηγήσει στο γκαράζ και ο αλγερινός την ακολούθησε κατά πόδας. Μια μεσήλικη γυναίκα τους άνοιξε την πόρτα λέγοντας ένα «Bonsoir» και πήρε το παλτό την τσάντα και τις σακούλες απ’ τα ψώνια που κουβαλούσε η κυρία, η οποία αφού έβγαλε τα ψηλοτάκουνά της όπως όπως, κατευθύνθηκε προς τον καναπέ δίπλα στο τζάκι που έκαιγε. Οι υπόλοιπες παρουσίες του δωματίου αποσύρθηκαν διακριτικά αφού πρώτα η μεσήλικη γυναίκα ρώτησε την κυρία αν επιθυμούσε κάτι για να λάβει μια αρνητική απάντηση.

Δίπλα στον καναπέ βρισκόταν ένα ξύλινο χαμηλό τραπεζάκι, κάπως σαν κομοδίνο, και πάνω του βρισκόταν μια πιατέλα καλυμμένη με γυάλινο καπάκι. Το περιεχόμενό της ήταν το αποτέλεσμα της συνάντησης της Κάρλα με τον Βασιλιά του τζόγου Stanley Ho. Είχαν συναντηθεί σε μια δημοπρασία στον πύργο του στο Μακάο, το σχήμα του οποίου σίγουρα έφερε κάποια φαλλικά υπονοούμενα, αν και όχι τόσο ξεκάθαρα όπως σε εκείνον τον ουρανοξύστη που έχτισε ο Javie Bardem στα Χρυσά Αρχίδια του Bigas Luna. Εκείνος την είδε και ενθουσιάστηκε. Θεώρησε πως θα μπορούσε να τη ρίξει στο κρεβάτι του που είχε σχήμα παγόδας αν της έκανε ένα ακριβό δώρο. Εκείνη τον άφησε να το πιστεύει και δέχτηκε το δώρο μπροστά στα φλας των φωτογράφων όμως δεν είχε καμία όρεξη ούτε να συνάψει δεσμό ούτε να συνουσιαστεί με τον κινέζο μπάρμπα καθώς είχε άλλα πράγματα στο μυαλό της όπως έδειξε και η ιστορία. Έτσι τώρα η αξίας $330,000 και βάρους ενάμιση κιλού τρούφα κείτονταν -ως τρόπαιο της ομορφιάς της Κάρλα αλλά και ως ενδεικτικό στοιχείο της ίδιας της της αξίας την οποία ο Νίκυ όφειλε να σέβεται- φαρδιά πλατιά μέσα σε μια πιατέλα δίπλα στο τζάκι της εξοχικής κατοικίας του γάλλου προέδρου. Η Κάρλα σήκωσε το καπάκι και με ένα ειδικό ασημένιο μαχαιρίδιο έκοψε ένα απειροελάχιστο κομματάκι τρούφας το οποίο παρά το μέγεθος του το έφαγε με τέτοιο τρόπο -σαν να έτρωγε ας πούμε μονομιάς ολόκληρο το ΑΕΠ της Ισλανδίας πριν την κρίση- ώστε θα μπορούσαμε να πούμε ότι το καταβρόχθισε.

***

Ο Δημήτρης πήρε με το δάχτυλο του λίγη από την τρούφα της κρέπας του και τη δοκίμασε. Αν και δυσκολευόταν να καταλάβει ποια ουσιαστική διαφορά υπήρχε ανάμεσα σε μια κρέπα μερέντα-τρούφα και μια κρέπα με σκέτη μερέντα, η δύναμη της συνήθειας -όχι τόσο δικιάς του όσο κάποιας γυναίκας με την οποία τρώγανε συχνά μαζί κρέπες- τον έκανε να παραγγέλνει πάντα την πρώτη εκδοχή. Από την άλλη η κριτική στην ποικιλία της εμφάνισης ομοειδών εμπορευμάτων στην αγορά π.χ. οδοντόκρεμα μέντα-οδοντόκρεμα μέντα με ρίγες, κινητό με πορτάκι-κινητό με αυτοεκπτυσσώμενη κεραία, σοκολάτα σε τρούφα-σοκολάτα σε πλάκα και ούτω καθεξής, αν και είχε ενδιαφέρον για να καταδειχτεί ο παραλογισμός μιας παραγωγής που στηρίζεται στη διαφήμιση, ωστόσο συνήθως χρησιμοποιούνταν σαν επιχείρημα από κνίτες ποικίλων ειδών για την υποστήριξη μιας παραγωγής ορθολογικοποιημένης. Μιας παραγωγής που μετά από κεντρικό κρατικό σχεδιασμό δεν θα ξόδευε πια ζωτική ενέργεια σε άχρηστες παραλλαγές του ίδιου προϊόντος και έτσι όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι. Επικίνδυνα συμπεράσματα, οπότε ας κρατά ο καθένας τα δικά του επιχειρήματα…

Έτρωγε λοιπόν μια κρέπα για να συμπληρώσει την πίτσα που είχαν φάει προ κανενός δυώρου τριώρου στο σπίτι με το Μάρκο, και να γλυκαθεί τουλάχιστον γευστικά αφού είχε φάει τηλεφωνικώς την πίκρα ότι έπρεπε να πάει στη δουλειά βραδιάτικα μετά από μια τόσο χαλαρωτική ταινία. Βέβαια έτσι κι αλλιώς θα έφευγε κάποια στιγμή αφού είχε συνάντηση με την ομάδα, αλλά όπως οποιοσδήποτε μπορεί να καταλάβει ένα ξαφνικό τηλεφώνημα από το αφεντικό σου απαλλοτριώνει βίαια το χρόνο που είχες αφιερώσει στον να κατασταλάξει η πίτσα και η ταινία μέσα σου και δεν είναι καθόλου το ίδιο με το να αποφασίσεις με το πάσο σου να αναλάβεις τα πολιτικά σου καθήκοντα. Όπως και να χει το γεγονός ήταν ένα, έτρωγε κρέπα καθοδόν προς τη δουλειά και το βράδυ του είχε στραβώσει πρόωρα.

Δούλευε σε μια κάβα στην Αγίου Δημητρίου και το αφεντικό τον είχε ειδοποιήσει πως είχανε παραλαβή και έπρεπε να έρθει. Αν δεν ήταν που το αφεντικό τον είχε μάθει τι άτομο ήταν και τηλεφωνούσε από απόκρυψη, θα την είχε σκαπουλάρει αλλά τώρα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Έτσι σηκώθηκε άρον άρον για να πάει στο μαγαζί όπου θα ερχόταν το φορτηγάκι με τα νοθευμένα για να τα φορτώσουνε και ύστερα το αφεντικό να τα προωθήσει στους δικούς του αλλά και σε διάφορους ανυποψίαστους πελάτες. Το αφεντικό ήταν ήδη εκεί και τον περίμενε. Αντάλλαξαν ένα «γεια» κι αμέσως μετά του ανέθεσε να καθαρίσει το χώρο όπου θα στοίβαζε τις κούτες για να γίνει πιο γρήγορα η δουλειά ενώ εκείνος θα πήγαινε πίσω να κάνει κάτι δουλειές. Τι δουλειές δηλαδή, θα μετρούσε τα φράγκα και θα έκανε κανένα τσιγαράκι όσο ο μαλάκας μπροστά θα έκανε το χαμαλίκι.

Το φορτηγό έφτασε κανένα εικοσάλεπτο μετά όταν ο Δημήτρης είχε τελειώσει το συμμάζεμα και έκανε και το δικό του τσιγάρο, το δικαιωματικό. Το λευκό του φως φώτισε τη νύχτα και τύφλωσε το Δημήτρη θυμίζοντας του εκείνο το τραγούδι του Ντύλαν για τον τυφώνα… with their red lights splashing in the hot new jersey night. Ο συνειρμός βέβαια πέρα από το φως ήταν σχετικά άκυρος, αφού ούτε ζέστη είχε, και οι μπάτσοι περιελάμβανε το εν λόγω στοιχούργημα δεν υπήρχε μεγάλη πιθανότητα -δηλαδή δεν υπήρχε ουσιαστικά καμιά πιθανότητα- να τους ενοχλήσουν τέτοια ώρα. Άλλωστε είχε και το αφεντικό κανονισμένες τις συνεννοήσεις του. Ωστόσο ένα γενικό άγχος όποτε κάποιος εμπλέκεται σε κάποια παράνομη δραστηριότητα είναι πάντα παρόν, ακόμα κι αν αυτός ο κάποιος έχει σχετικά μεγάλη εμπειρία από παρανομίες –και μάλιστα σημαντικότερες από αυτήν- όπως δηλαδή συνέβαινε στην περίπτωση του Δημήτρη.

Έσβησε το τσιγάρο του και σηκώθηκε να κλείσει το στόρι πίσω από το φορτηγό που μπήκε στο στενό πλέον χώρο. Πίσω του εμφανίστηκε το αφεντικό που άκουσε προφανώς τη μηχανή ή είδε κάποια αντανάκλαση από τα φώτα. Τα στόρια κατέβηκαν και μέσα από το φορτηγό βγήκε ένας γεροδεμένος άντρας γύρω στα πενήντα με ένα κοστούμι σαν από βιντεοκλίπ επαρχιακού σουξέ. Μια στιγμή μετά τον ακολούθησε μια νέα γυναίκα με καλοκαιρινό ντύσιμο από το οποίο προσπαθούσε να προστατευτεί με ένα κοντό μπουφάν που είχε σφίξει πάνω της. Εκείνη κάθισε στηρίζοντας το κορμί της στο αυτοκίνητο, μόνο όμως για ένα μικρό δευτερόλεπτο καθώς η λαμαρίνα της πάγωσε τα μπούτια, κι έτσι αναγκάστηκε να επαναξιολογήσει τη θέση της αποφασίζοντας να στηριχτεί με τον αγκώνα στο καπό. Εκείνος πλησίασε το αφεντικό και κάνανε χειραψία κι ύστερα τον πήγε στο πλάι και του άνοιξε τη συρόμενη πόρτα του φορτηγού. Από μέσα ξεπρόβαλαν καμιά εξηνταριά χαρτοκιβώτια λάμποντας σαν διαμάντια στα μάτια του αφεντικού και δείχνοντας τα δόντια τους στο Δημήτρη.

Ο Σταμάτης Κόκκοτας έπιασε το μικρόφωνο και έβγαλε μια φωνή μεταλλική μέσα από το δασύτριχο στήθος του. Όχι όχι. Ο οδηγός του φορτηγού με το λαϊκό ντύσιμο, άνοιξε ένα από τα χαρτοκιβώτια και έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι ουίσκι. Johnnie Walker Κόκκινο. Έδειξε στο αφεντικό τη σφραγίδα γνησιότητας και αυτός το πήρε στα χέρια του για να θαυμάσει την εξαίρετη δουλειά κάποιου ακόμα παραχαράκτη της πιάτσας, που είχε προκαλέσει παρόμοιο θαυμασμό σε αρκετές κάβες της πόλης, αλλά είχε συμβάλλει και σε εκ διαμέτρου αντίθετης ποιότητας εκπλήξεις σε πολλά στομάχια και κεφάλια της πόλης. Το αφεντικό έκανε ένα νεύμα ικανοποίησης στον τύπο που θα μπορούσε να διαπρέπει στο πεντάγραμμο αν δεν είχε από μικρός ολισθήσει σε επικίνδυνες ατραπούς και ύστερα γύρισε στο Δημήτρη και του είπε «φορτώνουμε». Ο Δημήτρης που τόση ώρα παρακολουθούσε τη συνδιαλλαγή, ανταλλάσσοντας που και που αλληλέγγυες ματιές με την κοπέλα που περίμενε στο πλάι του φορτηγού ντυμένη ελαφρά, κουνήθηκε απ τη θέση του και πήγε να βγάλει τα κιβώτια. Σε μισή ώρα είχαν τελειώσει. Οι λογαριασμοί ταχτοποιήθηκαν, χρήματα και εμπορεύματα είχαν αλλάξει χέρια, οι επιβάτες του φορτηγού επιβιβάστηκαν και πάλι, οι κομπάρσοι της συνδιαλλαγής έριξαν μια τελευταία ματιά με ψήγματα κατανόησης του κοινού τους ρόλου ως κομπάρσοι στο έργο της παράνομης εμπορίας αλκοολούχων, αν και από διαφορετικές απόψεις, το αφεντικό είπε ένα «τα λέμε αύριο», και ο Δημήτρης βγήκε πάλι στο δρόμο ανάβοντας ένα τσιγάρο.

***

Φύλαγε τσίλιες καπνίζοντας. Γύρω από το λαιμό του είχε τυλιγμένο ένα μαύρο χοντρό κασκόλ το οποίο κάλυπτε το στόμα του όποτε δεν έπαιρνε ρουφηξιά από το τσιγάρο. Συνήθως οι τσίλιες δεν ήταν δικιά του δουλειά καθώς η εμπειρία του τον ήθελε να πηγαίνει στην πρώτη γραμμή, αλλά σήμερα ήταν ημέρα μύησης. Είχε περάσει δυο ώρες σχεδόν στο σπίτι του συντρόφου του, του Ανέστη, το οποίο το αποκαλούσαν «η γιάφκα» -ένα προσωνύμιο που ωστόσο το κρατούσαν περιορισμένο στο στενό κύκλο της ομάδας- όπου συζητούσαν τις πολιτικές συνδηλώσεις του σημερινού χτυπήματος στην αντιπροσωπεία της Lancia. Ήταν απλό θέμα, οι Ιταλοί βγάλαν στρατό στους δρόμους και σκοτώσαν μετανάστες και ελάχιστη πράξη αλληλλεγγύης από τον ελλαδικό χώρο θα ήταν αυτή η κίνηση και η ανάληψη ευθύνης που θα τη συνόδευε. Ο Δημήτρης ήταν ένας από τους δύο εισηγητές του εν λόγω κειμένου, το οποίο εκτός από την χρηστική του αξία σαν μέσο κοινοποίησης έπαιζε και ένα σημαντικό ρόλο στην κατήχηση του μικρού που είχε εκτοπίσει το Δημήτρη από το επιχειρησιακό σκέλος της πράξης στο να φυλάει τσίλιες. Τον λέγανε Κωστή, είχε μόλις περάσει στο πανεπιστήμιο και είχε έρθει συστημένος στον Ανέστη που σπούδαζε στην ίδια σχολή, από αθηναίους συντρόφους, καθώς είχε αρχίσει ήδη να δραστηριοποιείται στη Αθήνα σε παρόμοιους κύκλους.

Ο Δημήτρης σε μία συζήτηση με διάχυτο συναισθηματισμό για τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών, ανέλυσε για πολλοστή φορά το πολιτικό πλαίσιο της κίνησης που αναλάμβανε η ομάδα, σαν αεροσυνοδός που περιγράφει τις διαδικασίες εκκένωσης του αεροσκάφους και χρήσης του σωσιβίου σε περίπτωση ατυχήματος. Τραβάμε τα λουριά…. φουσκώνουμε από το ειδικό σωληνάκι… ακολουθούμε τις φωτεινές ενδείξεις εκατέρωθεν του διαδρόμου… δεν πανικοβαλόμαστε. Ο Κωστής σαν σφουγγάρι δεν άφηνε να πάει χαμένη ούτε μια κουβέντα, από τις οποίες για το Δημήτρη, αρκετές είχαν χαθεί από καιρό μέσα από τη φθορά της στείρας επανάληψης και της μηχανιστικής αναπαραγωγής τους. Ένα χάσμα ωστόσο που δεν επρόκειτο να θιχτεί εκείνο το βράδυ καθώς η συνωμοτική συνάντηση εμφυσούσε ένα απροσδιόριστο συναίσθημα συλλογικότητας και ομοθυμίας σε όλα σχεδόν τα μέλη της μικρής ομάδας.

Αυτά σκεφτόταν ο Δημήτρης με κάποια ανεπαίσθητη θλίψη καθώς κοίταξε το ρολόι του που έδειχνε 4 παρά ένα. Έσβησε το τσιγάρο και κάλυψε το πρόσωπό του με το κασκόλ. Λίγα δευτερόλεπτα μετά άρχισε να τον καταλαμβάνει η γνωστή διέγερση που συνοδεύει την είσοδο της αδρεναλίνης στην κυκλοφορία, κάτι που παλαιότερα θα είχε συμβεί αρκετή ώρα πριν. Μόλις πήγε 4 ακριβώς φάνηκαν πίσω από τη γωνία τρεις σύντροφοι του με καλυμμένα τα πρόσωπα τους. Ο Δημήτρης είπε στους δύο από αυτούς να φύγουν και να τους περιμένουν στο γνωστό μέρος. Αυτός και ο Ανέστης γύρισαν να κοιτάζουν τη βιτρίνα της αντιπροσωπείας. Μια λεπτή μαύρη φιγούρα στο απέναντι πεζοδρόμιο άναψε με τον αναπτήρα του ένα μπουκάλι το οποίο φώτισε για λίγα δευτερόλεπτα το χέρι του. Ύστερα το εκτόξευσε και αυτό, κάνοντας μια ψηλοκρεμαστή διαδρομή, έσκασε στην οροφή μιας άσπρης Lancia η οποία λαμπάδιασε αμέσως. Ο νέος μόλις επιβεβαίωσε ότι είχε βρει το στόχο του άρχισε να τρέχει προς το μέρος τους. Σε δυο λεπτά είχαν χαθεί στα στενά αφήνοντας πίσω τους ένα δυνατό κρότο αντί για δακτυλικά αποτυπώματα.

Καμιά εικοσαριά τετράγωνα παρακάτω η ομάδα ξανασυναντήθηκε. Τα πρόσωπα τους ήταν πλέον ακάλυπτα και μοιράζονταν συγχαρητήρια για την επιτυχία της πράξης. Η μερίδα του λέοντος από τις επιβραβεύσεις πήγαινε φυσικά στο νεότερο ο οποίος είχε περάσει πλέον τη δοκιμασία κι από ότι φάνηκε είχε μπει πλέον στην ηλικία της πολιτικής του ενηλικίωσης. Τουλάχιστον όσον αφορά τα «ηλικιακά» δεδομένα που άρρητα είχε θέσει η ομάδα.

Άλλαξαν συζήτηση και κατευθύνθηκαν προς το κέντρο για καμιά μπύρα. Σε ένα περίπτερο χώρισαν. Οι μισοί πήγαν για τσιγάρα και οι δυο νεότεροι διέσχισαν το δρόμο. Ένα απότομο φρενάρισμα ακούστηκε και αμέσως μετά ένας υπόκωφος γδούπος που σώριασε τον νεότερο από αυτούς στο οδόστρωμα και έκανε το Δημήτρη να αφήσει το περίπτερο και να γυρίσει προς το δρόμο. Πάνω από τον μικρό που κρατούσε το χέρι του ήταν η πλάτη ενός άντρα, που έβγαζε σχεδόν ακατάληπτες βρισιές, ενώ ο έτερος Βενιαμίν προσπαθούσε να τον απωθήσει: «Μαλακισμένα πως περνάτε έτσι το δρόμο…θα με σκοτώσετε και θα μπω και φυλακή, τη μάνα που σας πέταγε…». Ο Δημήτρης κατευθύνθηκε γοργά προς το μέρος του και πιάνοντας τον από τους ώμους τον πέταξε με δύναμη πάνω στο αυτοκίνητο με αποτέλεσμα αυτός, κάνοντας μια αναπήδηση στο καπό, να βρεθεί ξαπλωμένος στο δρόμο. Ο Δημήτρης χωρίς να τον κοιτάξει πλησίασε το μικρό ο οποίος τελικά δεν έδειχνε να έχει χτυπήσει σοβαρά και σηκώθηκε τρίβοντας απλώς λίγο το χέρι του. «Τι κάνεις ρε πούστη;» είπε ο οδηγός του αυτοκινήτου τραβώντας την προσοχή του Δημήτρη ο οποίος πάγωσε μόλις είδε το πρόσωπό του. Ήταν ο αξιολογητής για την αναβολή του. Ο τρελογιατρός του στρατού με τον οποίο είχε ραντεβού σε δυο μέρες για την τρίτη και μάλλον τελική απαλλαγή του. Ο άντρας τον αναγνώρισε κι αυτός. «Εσύ είσαι ρε αρχίδι; Σε ξέρω ρε μαλάκα εσένα. Που μου πουλάς τρέλα και κατάθλιψη ρε πούστη. Θα σε γαμήσω ρε μαλάκα.» Ο Δημήτρης έκανε στους υπόλοιπους ένα νεύμα «φεύγουμε», ενώ ο άντρας συνέχισε να ωρύεται πίσω τους καθώς αυτοί απομακρύνονταν με γρήγορα βήματα «Μην τολμήσεις ρε πούστη να ξαναπατήσεις το πόδι σου για το χαρτί. Στον Έβρο θα σε στείλω μαλακισμένο, να γαμάνε τον κώλο σου οι φαντάροι που θα μου πουλήσεις εμένα τρέλα κωλόπαιδο»….

Πάθος, όραμα κι αξία

Οκτωβρίου 31, 2008

Ο αγαπητός τρόμπας, αναγνώστης του κυρίου Johnny Mnemonic – που μας ενημέρωσε με την τελευταία του ανάρτηση για το συμπαθές έθνος των αμερικάνων που τους τελευταίους μήνες ζητάει αλλαγή όπως οι άστεγοι ζητάνε ψιλά- σε απάντηση στην ανάρτηση αυτού του τελευταίου, απέδειξε περίτρανα πως όσο γελοίοι και να γίνουν οι άλλοι λαοί, οι Έλληνες έχουνε κάτι στο DNA τους και τα καταφέρνουν να τους ξεπερνάνε. Τρεις μέρες λοιπόν μετά την εθνική μας εορτή και την συγκίνηση που πλημύρρισε όλους μας στο άκουσμα του εθνικού ύμνου, θέλω να διαδόσω κι εγώ αυτό το βίντεο που αποδεικνύει την ανωτερότητα του ελληνικού λαού και ξεπερνάει σε δεξιοτεχνία ακόμα και τους πάλαι ποτέ θρύλους “Έλληνες του Εξωτερικού”…

Μικρά μουσικά κολλήματα

Οκτωβρίου 21, 2008

Για αρχή μια μπάντα που ανακάλυψα λόγω του ονόματός της και αποδείχτηκε πολύ δυνατή:

review/preview TLOBF

Τους Arab Strap φαντάζομαι τους ξέρετε [ Interesting Fact: Founding Members, Moffat and Middleton, first met after being arrested together!]. Ε… solo album μετά τη διάλυσή τους από τον Malcolm Middleton – Sleight Of Heart [2008]. Σε παρόμοιο στυλ, λίγο πιο ακουστικό θα έλεγα…

p.s. O έτερος Arab Strap ο επονομαζόμενος Aidan Moffat έχει βγάλει κι αυτός λέει ένα δίσκο με τίτλο I can hear your heart, που όμως δεν τον βρίσκω με τίποτα. Δεν πειράζει καμμένος φαινόταν έτσι κι αλλιώς… (οσα δε φτάνει η αλεπού…)

interview TOBF

κλασσικά πράγματα… το “μια καληνύχτα δίχως χρώμα” που το έχουν διασκεύασει και οι ενδελέχεια δε λέει να φύγει απ’ το μυαλό μου…

Και τέλος ως επίσημος διακινητής πλέον, σας παραδίδω ένα ακόμη τραγούδι του μεγαλύτερου εν ζωή μουσικού δημιουργού, με τίτλο Αγία Οικογένεια. Θα ξεπεράσει σε πωλήσεις και το συνονόματό του έργο Die heilige Familie

get it here

* αν κάποιος θέλει κάτι από αυτά απεγνωσμένα και δεν το βρίσκει γι’ αυτό υπάρχουν τα e-mail…

McHorror…

Οκτωβρίου 19, 2008

Υποθέτω ότι τέτοια περιστατικά συμβαίνουν κατά εκατοντάδες καθημερινά αλλά εξακολουθώ να “ψαρώνω” όποτε τα μαθαίνω. Για άλλη μια φορά λοιπόν, τι είδα στην τηλεόραση:

Το περιστατικό μπορείτε να το βρείτε και εδώ και έχει ως εξής:

Άνδρας τηλεφωνεί στην υπεύθυνη καταστήματος ενός McDonalds και της λέει ότι είναι αστυνομικός και υπάρχουν υποψίες εναντίον μιας υπαλλήλου του καταστήματος για κλοπή χρημάτων απ’ το ταμείο. Της δίνει εντολή να καλέσει την κοπέλα στο χώρο της (πρόκειται για ένα δωμάτιο πίσω από την κουζίνα, τους χώρους σερβιρίσματος κ.λ.π.). Αυτή ακολουθώντας τις οδηγίες του υποβάλει την κοπέλα σε σωματικό έλεγχο, την γδίνει τελείως της παίρνει τα ρούχα και της αφήνει μόνο μια ποδιά. Ακολούθως βγαίνει από το δωμάτιο και φωνάζει τον γκόμενο της (45-50χρ. επίσης υπεύθυνος στο κατάστημα) να την προσέχει. Αυτός με την κοπέλα γυμνή μπροστά του και εξακολουθώντας να ακολουθεί τις οδηγίες του αγνώστου στο τηλέφωνο, την βάζει να κάνει διαφορα καψόνια -να χοροπηδάει, να σκύψει κ.λ.π.- προκειμένου να ανακαλύψει που έκρυψε τα κλοπιμαία η κοπέλα, ενώ η γκόμενα του τα παρακολουθεί όλα αυτά μπαινβγαίνοντας μια στο τόσο στο δωμάτιο. Ε τελικά μην τα πολυλογώ καταλήγουμε και σε σεξουαλική κακοποίηση.

Όλα έχουν καταγραφεί σε κλειστό κύκλωμα του Mc Donalds, η κοπέλα κάνει μήνυση, συλλαμβάνεται ο τύπος που έκανε τη φάρσα, τρώει κάμποσα, όπως και ο μπάρμπας που κακοποίησε την κοπέλα. Λεπτομέριες (sic): Τα McDonalds προσλαμβάνουν ένα γαμάτο γιατρό ο οποίος στην υπεράσπιση του μιλάει για “μετατραυματική ωρίμανση” της κοπέλας (jesus christ!), της οποίας τελικά της επιδικάζονται 5.000.000 $, ιστορικό ποσό για την συγκεκριμένη πόλη. Κι ένα επίσης πολύ καλό: η γκόμενα του βιαστή που τον χώρισε την ίδια μέρα (χο χο χο, γελάσαμε πάλι) όχι μόνο δεν καταδικάστηκε (για συνέργια ή ξέρω γω τι άλλο) [σύμφωνα με την Tv] -το άρθρο του Fox News λέει κάτι για ” υπό έπιτήρηση”- αλλά έβγαλε και 1.000.000$!

Η ίδια “φάρσα” παρεπιμπτόντως με παρόμοια αποτελέσματα δε συνέβη μόνο μία φορά, αλλά εκτίνεται πίσω στο χρόνο από το 1994!

Δεν ξέρω τι να πω και τι να πρωτοεπισημάνω. Θα μπορούσα αφελώς να πω για την έλλειψη αντίληψης για τα δικαιώματά μας στη δουλειά, αλλά το θέμα πάει ακόμα πιο πίσω, στο πόσο έκθετοι αισθάνονται οι άνθρωποι απέναντι σε μια οποιαδήποτε εξουσία ή αρχή που θα αυτοπαρουσιαστεί ως τέτοια, κι από την άλλοι στο πως πολλοί είναι διατεθιμένοι να κάνουν το ο,τιδήποτε επικαλούμενοι το ότι την υπηρετούν…

κάτι σαν το γνωστό πείραμα του Milgram, εικόνες από το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ

ή εκείνο το άλλο πείραμα από τις φυλακές Stanford (1971)

ή σαν το άλλο πείραμα που το γυρίσαν λέει για άλλη μια φορά και σε ταινία, η οποία αν και έχει έναν πρωταγωνιστή (Jürgen Vogel) που η ερμηνεία του στο Der freie wille ήταν φοβερή, απ’ το τρέηλερ μου φαίνεται αμερικανιά…

… από πειράματα πάντως δεν μπορείτε να πείτε… μια χαρά πάμε.

και τώρα που σας έφταξα τη διάθεση, γειά σας…

«Ο νόμος της αξίας διατηρείται και στο σοσιαλισμό χωρίς όμως την διατήρηση της εμπορευματικής παραγωγής[…]ο νόμος της αξίας στο γραφειοκρατικό σοσιαλισμό καταργείται αφού η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από τον κεντρικό σχεδιασμό […] το πέρασμα από την παγκόσμια κυριαρχία του νόμου της αξίας σε μια κατάργηση του πρέπει να γίνει σταδιακά». Προσπαθώντας να βγάλει συμπέρασμα ανάμεσα σε τέτοιες ασυνάρτητες σημειώσεις από το κομματικό του τετράδιο ο Μάρκος είχε βαλθεί να γράψει μια κριτική για να την προτείνει στην επόμενη συνέλευση της Ο.Β.ας του. Κάτι βέβαια που τελικά αποδείχτηκε αρκετά φιλόδοξο και αρκετά δύσκολο παρόλο που είχε βάλει στο στερεοφωνικό να παίζει το Νίκος Πλουμπίδης στο repeat. Οπότε τελικά τα παράτησε και άραξε στην τηλεόραση να δει τι συνέβη με τις διεθνείς εξελίξεις και το «θρίλερ» της εξαφάνισης ηγετών. Προς το παρόν όμως ειδήσεις δεν είχε πουθενά και το άφησε σε ένα κανάλι όπου ο συμπαθέστατος αδερφός του συνθέτη του προαναφερθέντος άσματος ψυχανέλυε δημόσια κάποιο ακόμη θύμα του.

Μετά από λίγα λεπτά χαμένου χρόνου μπροστά στο χαζοκούτι, ακούστηκε κλειδί στην πόρτα. Άνοιξε και μπήκε ένας ψηλό άντρας με μαύρα μαλλιά και αξύριστο πρόσωπο κρατώντας ένα κράνος μοτοσυκλέτας. Ο Μάρκος γύρισε προς το μέρος του και χαιρέτησε, «τι λέει;». Ο συγκάτοικος του Μάρκου ανταπέδωσε το χαιρετισμό και ξεκουμπώνοντας γρήγορα το μπουφάν του πήγε και κάθισε δίπλα του στο μικρό καναπέ. «Καλά ρε μαλάκα, είδες τι γίνεται; Τον πούλο πήραν οι μαλάκες όλοι. Πριν καμιά ώρα λέει βγήκε κι ο Ρουσόπουλος και είπε ότι χάθηκε κι ο δικός μας, ότι να ‘ναι. Βάλε καμιά είδηση δεν έχει;».

«Μπα. Τίποτα, τώρα έκανα ζάπινγκ… Σιγά όμως ρε συ, δεν είναι θέμα προσώπων, θέμα πολιτικής είναι…» του είπε ο Μάρκος

Ο Δημήτρης χαμογέλασε αμυδρά λέγοντας «καλά μωρέ εντάξει. Εσείς οι κνίτες δεν έχετε καθόλου χιούμορ.» κι ύστερα πήρε από το τραπεζάκι τα διαφημιστικά «είσαι για καμιά πίτσα; Πεινάω σα λύκος…»

«Ναι, ΟΚ.»

Η συγκατοίκηση αυτή ήταν πράγματι αρκετά ιδιόρρυθμη. Ο Δημήτρης όταν είχε δει το νεαρό κοκκινομάλλη να του χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού απαντώντας στην αγγελία που είχε βάλει για να βρει συγκάτοικο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να υποθέσει από το χρώμα των μαλλιών του μάρκου ότι επρόκειτο για ένα πρώιμο τέκνο της κομμουνιστικής νεολαίας. Σαν αναρχικός που ήταν ο ίδιος του ξίνισε όταν τελικά το έφερε κάποια κουβέντα δυο μέρες μετά τη μετακόμιση, αλλά ήταν ήδη αργά και ο τοίχος στο δωμάτιο του Μάρκου έφερε ήδη φαρδύ πλατύ το μούσι και τα φυσεκλίκια του Βελουχιώτη σε ένα αρκετά μεγάλο πόστερ. Τώρα ποιος διεστραμμένος εμπορεύεται πόστερ με το Βελουχιώτη, αυτό είναι άλλο θέμα.

Ωστόσο, και παρά τις προφανείς από τις επιλογές τους, πολιτικές τους διαφωνίες, είχαν καταφέρει να κρατήσουν μια καλή ισορροπία, αποφεύγοντας κυρίως να μιλάνε για πολιτικά, εκτός από κάποιες σπόντες του Δημήτρη που σαν μεγαλύτερος –είχε φτάσει τα 29- είχε την ανάγκη να νουθετεί και να πειράζει που και που το νέο που είχε μπλέξει σε λάθος μονοπάτια. Ο Μάρκος από την άλλη αν και φρόντιζε να αξιοποιεί μια στο τόσο τη βιβλιοθήκη του συγκατοίκου του που έβριθε από αιρετικά βιβλία και γραφτά, πάντα το έκανε όταν αυτός απουσίαζε καθώς ήξερε πως αν του ζητούσε κάτι να διαβάσει στα ίσια, αυτό θα έφερε ως αναπόφευκτη συνέπεια και κάποια συζήτηση στην οποίο ήταν άγνωστο αν θα μπορούσε να «ανταπεξέλθει» και να βγάλει ασπροπρόσωπη την οργάνωση της οποίας ήταν και ένα κάποιο όνομα τέλοσπάντων. Ήταν κι αυτή η διαφορά ηλικίας και οι πολιτικές εμπειρίες στις οποίες ασφαλώς και υστερούσε –πράγμα βέβαια το οποίο δεν τον είχε εμποδίσει ως τότε να ανέλθει σε ένα κάποιο πόστο στην ιεραρχία- και δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να εκθέσει το κόμμα και τον εαυτό του με μια συζήτηση στην οποία θα ήταν ο ηττημένος. Απ’ τις βασικές αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού αυτή…

Έφτασε η πίτσα. Ένας νέος με κίτρινο αδιάβροχο και θολό πρόσωπο τους την έδωσε χωρίς πολλά λόγια κι αυτοί κάθισαν να την φάνε μπροστά στην τηλεόραση, όταν για άλλη μια φορά ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων διέκοψε τη ροή της ζωής προς όφελος της αντανάκλασης: «Πριν από λίγα λεπτά Νίκο, το μέγαρο Μαξίμου ανακοίνωσε και επίσημα την εξαφάνιση του πρωθυπουργού με επιστολή που δόθηκε στον τύπο. Μεταξύ άλλων αναφέρεται πως δεν είναι γνωστές οι ακριβείς συνθήκες της εξαφάνισης καθώς ο Κ. Καραμανλής τις τελευταίες μέρες βρισκόταν με την οικογένειά του σε έναν παραδοσιακό ξενώνα στο όρος Σμόλικα όπου είχαν πάει για ολιγοήμερες διακοπές. Ανακοινώθηκε επίσης και η σύσταση ερευνητικής επιτροπής από το εσωτερικών υποθέσεων της ασφάλειας η οποία θα συνεργαστεί με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές υπηρεσίες καθώς όπως όλα δείχνουν Νίκο, πρόκειται για διεθνές πρόβλημα. Αρκεί μόνο να αναφέρουμε ότι οι επίσημα αγνοούμενοι ηγέτες πλέον φτάνουν τους 39, ενώ πολλές χώρες έχουν προχωρήσει στην προσωρινή υποκατάστασή τους ορίζοντας αναπληρωτές. Πάντως πριν μια ώρα σε τηλεοπτικό διάγγελμα του ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Ούγκω Τσάβεζ εμφανίστηκε για να διαψεύσει τις φήμες και για δική του εξαφάνιση και δήλωσε μάλιστα ότι αύριο θα συναντηθεί με ηγέτες της Λατινικής Αμερικής οι οποίοι όπως δήλωσε είναι και οι μόνοι που δεν έχουν «πληγεί» από αυτή την επιδημία εξαφανίσεων. Πιστός βέβαια στις επιθέσεις του στις Η.Π.Α. ο Ούγκω Τσάβεζ δήλωσε πως οι αμερικάνοι και οι σύμμαχοι τους πλήρωσαν την αλαζονεία τους και πως τα γεγονότα όχι μόνο τυχαία δεν είναι αλλά νομοτελειακά, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε… -Μάλιστα. Σε ευχαριστούμε Λώρα, για ότι νεότερο…»

«Τι έγινε ρε μάστορα» είπε ο Δημήτρης ενώ έπαιρνε ένα ακόμη κομμάτι πίτσα «οι δικοί εκεί στο σοσιαλδημοκρατικό μπλοκ του Νότου, ανοσία έχουν;»

«Ξέρω γω» είπε ο Μάρκος που είχε διακόψει το φαΐ του όταν άκουσε το όνομα του συντρόφου Ούγκω

«Πότε φεύγεις Εράσμους ρε;» ξαναρώτησε ο Δημήτρης αλλάζοντας τελείως το θέμα ενώ μάζευε ταυτόχρονα και τα υπολείμματα από το πρώτο κουτί πίτσας που είχε τελειώσει

«Τη Δευτέρα… να κανονίσω και κάτι εκκρεμότητες» του απάντησε ο Μάρκος. «Είσαι να δούμε καμιά ταινία… έχεις δουλειά; Έφερα το Round Midnight».

«Ναι ρε. Ότι πρέπει… κι εγώ γύρω στα μεσάνυχτα πρέπει να την κάνω έτσι κι αλλιώς. Να έχω μπει στο κλίμα!»

***

Η Κάρλα βγήκε από το γραφείο αφήνοντας πίσω μια συνεδρίαση που είχε λάβει σοβαρότατες αποφάσεις. Αποφάσεις που έμελλε να αλλάξουν δραστικά τις ροές ανθρώπων στους δρόμους του Παρισιού αλλά και όλων των μεγάλων πόλεων της Γαλλίας από την επόμενη κιόλας μέρα. Μπήκε στο μαύρο ογκώδες αυτοκίνητο αποφεύγοντας αυτή τη φορά τους δημοσιογράφους αφού χρησιμοποίησε την πίσω πόρτα και ξεκίνησε για το εξοχικό της, δίνοντας εντολή στον οδηγό να πάρει τον περιφερειακό. Έψαξε στην τσάντα της και έβγαλε το κινητό της, κι ενώ με το ένα χέρι πληκτρολογούσε τα νούμερα με το άλλο έβαζε τα μαύρα της γυαλιά…

***

Ένα σπουδαίο μυστήριο ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας. Διεθνείς ίντριγκες αλληλλοδιαπλέκονται με απλές καθημερινές ιστορίες. Τι να κρύβεται πίσω από τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις; Ποιες πολιτικές σκοπιμότητες κινούν τα νήματα και ποιοι θα βγουν κερδισμένοι από τις παγκόσμιες αναταράξεις; Τι ρόλο παίζουν οι ανερχόμενες φιγούρες της γαλλικής πολιτικής σκηνής στην εγκαθίδρυση μιας νέας τάξης τρόμου και ασφάλειας; Πως ένα νεαρό μοντέλο διεθνών οίκων μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαόρφωση ενός νέου μοντέλου διαχείρισης των αδιεξόδων της κυβέρνησης; Αν επρόκειτο για βιβλίο κάποιου άλλου συγγραφέα, το γεγονός αυτό θα ήταν οξύμωρο, ίσως και έωλο ή ακόμα ακόμα και ευαγές . Όμως στον λογοτεχνικό κόσμο του Arséne Lumpen αυτό φαντάζει λογικό, αφού η πολιτική κατά τον συγγραφέα επηρεάζεται από την haute couture όπως φαίνεται και από την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση. Έτσι, ο τυφλός, πλην οξυδερκής, Lumpen αυτοσχεδιάζει ντύνοντας τις δημιουργίες του με αιθέριες μουσικές που μας ακολουθούν ήδη από τους τίτλους των επιμέρους ενοτήτων. Όμως προσοχή στις αυταπάτες, διότι ο συγγραφέας θα μας αποδείξει ότι γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος. Το γέλιο αυτό είναι γέλιο γνήσια λογοτεχνικό, και είναι παντοδύναμο. Είναι η λογοτεχνία που μπορεί να κάνει τα πάντα δυνατά. Ο κόσμος του Arséne Lumpen διαχέεται μέσα από ένα οξυδερκές χιούμορ, από δυνατές εικόνες και από μία περιρρέουσα μελαγχολία, σύμφυτη με τη βροχή ειδήσεων που ρέει στην αχανή, επικίνδυνη και μελαγχολική πόλη. Βασικά είναι δύο πόλεις. Αλλά ‘ντάξει….

“There’s medicine that’s bitter that you don’t want to take but you need,” said Rep. Steve Cohen (D-Tenn.), quoting someone whom he cited as a great philosopher, Mick Jagger: “Sometimes you get what you want, and sometimes you get what you need… this time, the American economy is going to get what it needs.”

p.s. Ο Obama γουστάρει αριστερή τρομοκρατία και κάνει παρέα με τους weathermen ! λέμε τώρα…

A Love Story

Οκτωβρίου 4, 2008

Έφυγε το κορίτσι για ταξίδι κι έτσι το προηγούμενο βράδυ με μύησε σε μια ταινία που έχει απ’ όλα: road trip, tom waits, eugene hütz (ή περίπου), gogol bordello, μαύρες τρύπες, μπάτσους και σπουδαίες ατάκες…

“-haven’ t you seen an arab drive a taxi before?

-yes, but none since i got here. don’ t you get it? arab… taxi…

-oh, come on, what are you so afraid of? he ’s not gonna do anything to us, we are all immigrants here…”

[Κι ένα τραγούδι για σένα...]

***

Well my baby’s so fine
Even her car looks good
From behind

Well my baby’s so fine
Even her car looks good
From behind

But the plane that took
My baby…
It went clang, boom and steam

Δυόμιση ώρες νωρίτερα -δηλαδή μιάμιση μόνο ώρα αν κάνουμε απλή χρονική αντιστοίχιση και δεν συνυπολογίσουμε και τη διαφορά ώρας Θεσσαλονίκη/Παρίσι – σε ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου του έβδομου διαμερίσματος του Παρισιού, που πάντως δε διέθετε σουίτα, η νεαρή εγγονή του μεγαλοεργοστασιάρχη Virginio Bruni Tedeschi ήταν καθισμένη στον καναπέ και με ένα μαύρο μαρκαδόρο έγραφε λεζάντες στις φωτογραφίες που είχε τραβήξει πριν από λίγο στο μπάνιο, ενώ η δορυφορική ήταν γυρισμένη στο RAI Uno. Doing something in the bathroom, taking picture of something, “Hotel Mayflower”, Paris 2008, έγραψε σε μία από αυτές. Mayflower ήταν το κωδικό όνομα που η ίδια είχε δώσει στα διάφορα ξενοδοχεία που κατέφευγαν με το Νικολά για να αποφεύγουν τους αδιάκριτους τηλεφακούς των παπαράτσι ή τις ενοχλητικές επιτηρήσεις των μυστικών υπηρεσιών και ήταν το ίδιο χαϊδευτικό που ο Νικολά χρησιμοποιούσε για να συνδιαλέγεται με το μόριό της: “ Comment ça va, ma petite fleur, ma petite fleur du Mai?”

Ο ιταλός παρουσιαστής του έκτακτου δελτίου του πρώτου καναλιού, ανακοίνωνε πως στους δρόμους της Νάπολης είχαν ξεσπάσει οδομαχίες ανάμεσα σε νεαρούς μετανάστες που είχαν βγει να διαδηλώσουν τη χαρά τους μετά την ανακοίνωση της εξαφάνισης του πρωθυπουργού της χώρας Σίλβιο Μπερλουσκόνι και μέλη της Καμόρα, με δώδεκα νεκρούς μετανάστες και δεκάδες τραυματίες ενώ συνεχίζονταν ακόμα και μέχρι αυτή την ώρα οι συγκρούσεις. Ο υπουργός Αμυνας Ινάσιο λα Ρούσα ανέφερε πως ίσως θα έπρεπε να επισπευσθεί η ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων στην πόλη η οποία είχε προγραμματιστεί να γίνει σταδιακά μέσα στο τρέχον έτος καθώς και η ίδια η αστυνομία πλέον δήλωνε πως συναντούσε δυσκολίες στον έλεγχο της έκρυθμης αυτής κατάστασης. Η Κάρλα που δεν έδινε και πολύ σημασία μέχρι εκείνη τη στιγμή, καθώς ήταν αφοσιωμένη στις φωτογραφίες της έστρεψε αμέσως το κεφάλι της στην οθόνη όταν άκουσε το όνομα της 6ης Μις Ιταλία 1996 να βγαίνει από τα χείλη του παρουσιαστή: «Συνεχίζει να αγνοείται η τύχη του καβαλιέρε και πλέον συμπληρώνονται 20 ώρες από το «μυστικό» του δείπνο, στο κατά τα άλλα γνωστό εστιατόριο La Pergola της Piazza Navona, με την υπουργό ισότητας Mara Carfagna, η οποία φαίνεται να είναι και το τελευταίο πρόσωπο που τον είδε το βράδυ της Κυριακής, αφού μετά το δείπνο τους εκείνος δεν επέστρεψε στο σπίτι του αλλά ούτε και επικοινώνησε με τους στενούς συνεργάτες του.». Η Mara στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων που την ακολουθούσαν κατά την είσοδο της στο κοινοβούλιο δήλωσε κάτι όπως, όλη η Ιταλία προσεύχεται να βρεθεί σύντομα ο κύριος πρωθυπουργός και το δείπνο μας ήταν αυστηρά επαγγελματικό, καθώς η κάμερα κάποιου νεαρού εικονολήπτη προσπαθούσε μάταια να εστιάσει στο βαθύ ντεκολτέ του ταγιέρ της, αφού το μόνο που κατάφερε τελικά ήταν το έκτακτο ρεπορτάζ να βγει στον αέρα με πλάνα σαν από ταινία του δόγματος ’96.

Πριν προλάβει η Κάρλα να νιώσει αυτό το γνωστό συναίσθημα που έμοιαζε με φθόνο και την κυρίευε όποτε έβλεπε ανταγωνίστριες της σε πολιτικό ρεπορτάζ, με αποτέλεσμα να αποφεύγει να βλέπει και πολύ τηλεόραση, ένας βαρύς γδούπος ακούστηκε από την πόρτα του δωματίου. Δευτερόλεπτα μετά η πόρτα υποχώρησε κάτω από το βάρος του ψηλού αλγερινού μπράβου με το όνομα Αμπντέν, ο οποίος σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στο χαλί της εισόδου. Πίσω του τρεις άνδρες με μαύρα σακάκια έκαναν την εμφάνισή τους και ακολούθησε η Κατρίν Ντεϊμπλέ, υπεύθυνη του πολιτικού γραφείου του Σαρκοζί, που έκλεισε και την πόρτα μπαίνοντας. Ο ένας από τους άνδρες -που προφανώς ήταν της μυστικής υπηρεσίας- ακινητοποίησε τον Αμπντέν στο πάτωμα πατώντας του το χέρι ενώ οι άλλοι δύο μαζί με τη γυναίκα πλησίασαν τον καναπέ όπου ήταν καθισμένη η Κάρλα. Εκείνη τρομαγμένη προς στιγμή από τη θορυβώδη είσοδο των τεσσάρων ατόμων στο δωμάτιό της ανακάθισε απότομα γυρνώντας το σώμα της προς την πλευρά της αναταραχής, αλλά μόλις κατάλαβε ποιοι είχαν μπει στο δωμάτιο άφησε ήρεμα τις φωτογραφίες πάνω στο τραπεζάκι και σηκώθηκε όρθια με αργές κινήσεις δείχνοντας παράλληλα με τους μορφασμούς του προσώπου της την ενόχλησή της.

-«Δε σας έχουμε πει να μην τρέχετε στα διάφορα ξενοδοχεία χωρίς να ενημερώνετε; Τι νομίζετε ότι θα καταφέρετε μ’ αυτόν τον τρόπο;» ρώτησε με έντονο ύφος η Ντεϊμπλέ την Κάρλα.

-«Κι εγώ σου έχω πει να μην εισβάλλεις έτσι στο σπίτι μου», της αντιγύρισε εκείνη, «αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε σας έχω προειδοποιήσει». «Άφησέ τον», είπε στον άνδρα που είχε ακινητοποιήσει τον Αμπντέν.

Εκείνος δε σάλεψε, αλλά γύρισε το κεφάλι του προς την Ντεϊμπλέ περιμένοντας να πάρει κάποια εντολή.

-“Άστον”, του είπε εκείνη, κι ο νέος άνδρας έβγαλε το γόνατο του από την πλάτη του αλγερινού και ελευθέρωσε το χέρι του, ενώ απομακρύνθηκε από αυτόν με αργές κινήσεις.

-“Που είναι αυτός;” ξαναρώτησε η Ντεϊμπλέ ενώ οι δύο άντρες που στο μεταξύ είχαν χτενίσει το μικρό διαμέρισμα, γύριζαν στο σαλόνι κουνώντας αρνητικά το κεφάλι τους.

-«Δεν ξέρω. Τι σκατά έγινε πάλι; Ειδοποίησα ήδη την αστυνομία και προφανώς το μέρος θα γεμίσει με δημοσιογράφους σε λίγη ώρα. Δε νομίζω να θέλετε να σας βρουν εδώ»;

-«Γαμώτο. Πάντα έτσι γίνεται όταν δεν ακολουθείτε τις οδηγίες», είπε η Ντεϊμπλέ ενώ κατευθύνθηκε προς τη μπαλκονόπορτα.

Τράβηξε ελαφρά την κουρτίνα και εξέτασε τον δρόμο μπροστά από το ξενοδοχείο. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα γύρισε προς τους άντρες της υπηρεσίας και είπε: «Στο δρόμο υπάρχει κάμερα και η πίσω πόρτα καλύπτεται από την εσωτερική του ξενοδοχείου. Εσύ πήγαινε να πάρεις την κασέτα από το διευθυντή ή όποιον βρεις, την ταράτσα θα τη δούμε από το δορυφόρο. Ας ελπίσουμε μόνο αυτοί οι άχρηστοι στις καταγραφές να κράτησαν αντίγραφο απ’ το χτεσινό βράδυ.» Κι ύστερα γυρνώντας στην Κάρλα: «κι εσύ μην αρχίσεις πάλι τις φλυαρίες και δεν ξέρουμε πώς να τα μπαλώσουμε πάλι…».

Ύστερα έκανε σήμα με το χέρι της στους τρεις άνδρες και ξεκίνησαν με γοργό βήμα να φύγουν, ενώ η Ντεϊμπλέ είπε στον έναν εξ αυτών –σ’ αυτόν που είχε αναθέσει να πάρει την κασέτα του κλειστού κυκλώματος «θα σε περιμένουμε στο αυτοκίνητο, μην αργήσεις». Καθώς προσπερνούσαν τον όρθιο πια Αμπντέν, το βλέμμα του νεαρού άνδρα της υπηρεσίας που είχε περάσει κάμποσα λεπτά στην πλάτη του αλγερινού συναντήθηκε με το βλέμμα του Αμπντέν όπως συναντιούνται τα βλέμματα δύο μποξέρ στο διάλειμμα ανάμεσα σε δύο γύρους κάποιου τουρνουά πυγμαχίας. Ο ένας ψηλός και επιβλητικός με ξυρισμένο κεφάλι και στάση σχεδόν αμυντική, ο άλλος λίγο πιο κοντός αλλά επίσης γεροδεμένος. Λευκός με μαύρα κοντά μαλλιά και κοντό λαιμό, και κάτω από το μαύρο του σακάκι ένα ζιβάγκο επίσης μαύρο που έκανε το κεφάλι του να μοιάζει έτοιμο να βυθιστεί σε κάποια μαύρη τρύπα. Δεν εκσφενδονίστηκε όμως καμία γροθιά και όταν τα βλέμματα τους χωρίστηκαν και πάλι η πόρτα ανάμεσά τους μισόκλεισε αφήνοντας να χάσκει η ξεχαρβαλωμένη κλειδαριά.

Η Κάρλα είπε κάποια βρισιά από μέσα της και ύστερα γύρισε να μαζέψει τα πράγματά της από το τραπεζάκι. «Φώναξε να έρθει το αυτοκίνητο» είπε στον Αμπντέν χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, και αφού πήρε τις φωτογραφίες και την τσάντα της πήγε στην κρεβατοκάμαρα να μαζέψει και τα υπόλοιπα πράγματά της και να ντυθεί. Είκοσι λεπτά μετά είχε φτάσει η αστυνομία που απέκλεισε ολόκληρο το ξενοδοχείο και το γύρω τετράγωνο ενώ κατέγραψε και κάλεσε όλους τους ενοίκους για ανάκριση. Η Κάρλα με τον σωματοφύλακά της έφυγαν από το ξενοδοχείο μέσα σε ένα μαύρο επιβλητικό SUV με φιμέ τζάμια και ακριβώς μετά το ξενοδοχείο κατακλύσθηκε από δημοσιογράφους που δεν κατάφεραν να αποσπάσουν κάποια δήλωση από την αστυνομία. Αντίθετα βέβαια με τους δημοσιογράφους έξω από τα γραφεία του UMP στους οποίους η Κάρλα, πριν συναντηθεί με τα στελέχη του κεντρικού συμβουλίου, παραχώρησε μια συνταρακτική δήλωση η οποία έμελλε να καλύψει τα εξώφυλλα όλων ανεξαιρέτως των απογευματινών εφημερίδων : «Στα πέντε μου χρόνια έφυγα από την Ιταλία με την οικογένειά μου με το φόβο των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Τώρα για άλλη μια φορά ο τρόμος επαναλαμβάνεται με την εξαφάνιση του συζύγου μου. Όμως εγώ δεν είμαι πια παιδί. Θα φροντίζω να αποκαλυφθεί ποιοι κρύβονται πίσω από αυτήν την εξαφάνιση με κάθε κόστος».

«Που βρισκόσασταν όταν χάθηκε ο πρόεδρος;», «Κυρία Bruni, μετανιώσατε για τις δηλώσεις που έχετε κάνει ότι είστε φίλα προσκείμενη στην αριστερά», «Πιστεύετε ότι η εξαφάνιση του προέδρου είναι τρομοκρατική ενέργεια;», «Η συνάντηση σας με το UMP σημάνει κάποια ενεργό συμμετοχή σας στην πολιτική;». Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή όμως η Κάρλα απάντησε λακωνικά σ’ αυτόν τον καταιγισμό, λέγοντας: «τέτοιες στιγμές αγωνίας, χρειάζεται να είμαστε όλοι ενωμένοι» και κατευθύνθηκε στο εσωτερικό του κτιρίου, ενώ ο Αμπντέν και ένας ακόμα σωματοφύλακας κρατούσαν τους δημοσιογράφους σε μια απόσταση.

Οκτώ περίπου μοίρες (8°15`00“) γεωγραφικού πλάτους ανατολικότερα και καμιά εικοσαριά μοίρες νοτιότερα από την Île-de-France, ο Μάρκος σχόλαγε από την τελευταία του μέρα στην δουλειά σε μια καφετέρια κοντά στο μπιτ-μπαζάαρ. Στο στομάχι του χοροπηδούσαν βατραχάκια -κοινώς πεινούσε- όμως ήταν αρκετά ικανοποιημένος από το γεγονός ότι δεν θα ξαναδούλευε σ’ εκείνο το κωλοχανείο για αρκετό καιρό και έτσι μπορούσε να κάνει υπομονή μέχρι να φτάσει σπίτι. Ένας περίεργα δυνατός δυτικός άνεμος, σχεδόν αναρχικός, φύσαγε ανάμεσα στα πλακόστρωτα στενά της άνω πόλης και έκανε τα κόκκινα μαλλιά του να μοιάζουν με φλόγες που τρεμοπαίζουν. Ήταν ο ίδιος άνεμος που είχε ξεσκεπάσει πριν μερικές ώρες ένα διάσημο μοντέλο σε κάποιο ξενοδοχείο του έβδομου διαμερίσματος του Παρισιού και ανακάτεψε τα σεντόνια και τα σκεπάσματα του κρεβατιού του δωματίου της για να δυσκολέψει τη δουλειά των μπάτσων της σήμανσης.

[του μπη κοντινιουντ...]

Άσμα ασμάτων

Οκτωβρίου 2, 2008

με γειά σου

Αν κάνετε κλικ στο link που υπάρχει κάτω από την ωραία αυτή φωτό που φέρει τον τίτλο Identity Crisis, μπορείτε να ακούσετε και να κατεβάσετε το καινούριο χίτ του χειμώνα, που θα κάψει όλα τα decks…